Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Ταμερλάνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Άγαλμα του Ταμερλάνου στην πόλη  Shakhrisabz του Ουζμπεκιστάν
Άγαλμα του Ταμερλάνου στην πόλη Shakhrisabz του Ουζμπεκιστάν

Ο Ταμερλάνος, [tăm'urlān], ή Τιμούρ 13361405, ήταν μογγόλος κατακτητής, προερχόμενος από τις περιοχές της Σαμαρκάνδης. Ονομαζόταν επίσης Τιμούρ Λενκ, δηλαδή Τιμούρ ο κουτσός. Ήταν εκτουρκισμένος Μογγόλος, γεννημένος στο σημερινό Ουζμπεκιστάν και αναδείχθηκε στην υπηρεσία του Τσαγκατάι Χαν, τον οποίο περιθωριοποίησε στα χρόνια 1364-1370 προκειμένου να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. Ανακήρυξε το κράτος του ως διάδοχο εκείνου του Τζένγκις Χαν και διεκδίκησε την άμεση καταγωγή του από τον Τσενγκίς Χαν. Με ένα στρατό Τούρκων και τουρκόφωνων Μογγόλων, απομεινάρι της μογγολικής αυτοκρατορίας, ο Ταμερλάνος από την αρχή της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας προσπάθησε να υποτάξει τους ανταγωνιστές του στην περιοχή του σημερινού Τουρκεστάν. Έως το 1369 κατόρθωσε να ελέγξει όλη την περιοχή γύρω από την πρωτεύουσά του Σαμαρκάνδη.


Οι κτήσεις του Ταμερλάνου γύρω στο 1400
Οι κτήσεις του Ταμερλάνου γύρω στο 1400

Οι εκστρατείες του κατά των Περσών τον απασχόλησαν έως το 1387. Έως τότε κατείχε όλες τις επικράτειες που απλώνονταν ανατολικά του Ευφράτη. Προχώρησε το 1392 κατά μήκος του Ευφράτη, κατακτώντας την περιοχή μεταξύ της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας και εισέβαλε σε αρκετές από τις περιοχές της Χρυσής Ορδής στη νότια Ρωσία. Εξασθενίζοντας τους Τατάρους της Κριμαίας, άνοιγε ο δρόμος για την κατάκτηση του Μεγάλου Δουκάτου της Μόσχας. Τότε όμως επέλεξε να εγκαταλείψει ορισμένες από τις ρωσικές κτήσεις του για να επιστρέψει στη Σαμαρκάνδη και να εισβάλλει κατόπιν στην Ινδία (1398) κατά μήκος του δρόμου του Ινδού ποταμού. Κατέλαβε το Δελχί και διέλυσε το ομώνυμο σουλτανάτο, αλλά αποσύρθηκε με λίγα οφέλη για την αυτοκρατορία του.

Το 1400, ο Ταμερλάνος εισέβαλε στη Γεωργία και προχώρησε προς στη Μεσόγειο καταλαμβάνοντας τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Ο επόμενος πόλεμος διεξήχθη στη Μικρά Ασία εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας και το 1402, στην Άγκυρα, συνέλαβε τον σουλτάνο Βαγιαζίτ Α', τον οποίο οι χρονογράφοι θεωρούν ότι μεταχειρίστηκε καλά. Τα σχέδιά του για εισβολή στην Κίνα τα πρόλαβε ο θάνατος. Ο τάφος του στη Σαμαρκάνδη ήταν από καιρό γνωστός στους αρχαιολόγους, αλλά πρόσφατα ανακαλύφθηκε ο σκελετός του σε μια βαθιά κρύπτη μαυσωλείο του.

Ο Ταμερλάνος είχε τη φήμη σκληρού κατακτητή. Όταν καταλάμβανε ορισμένες πόλεις, σφαγίαζε δεκάδες χιλιάδες από τους υπερασπιστές της (πιθανώς 80.000 μόνο στο Δελχί και άλλες 20.000 στη Βαγδάτη) και έκτιζε πυραμίδες με τα κρανία τους. Αν και Μουσουλμάνος, δεν ήταν λιγότερο σκληρός προς τους ομόθρησκούς του. Ανάμεσα στα θετικά του επιτεύγματα συγκαταλέγονται η ενθάρρυνση των τεχνών, της λογοτεχνίας, της επιστήμης, καθώς και η κατασκευή τεράστιων δημοσίων έργων, κυρίως εκτεταμένων εγκαταστάσεων άρδευσης, που έδωσαν τη δυνατότητα αγροτικής ανάπτυξης στη χώρα. Ελπίζοντας ότι η αυτοκρατορία του θα έμενε ανέπαφη, μοίρασε λίγο πριν το θάνατό του την επικράτειά του στους γιους του, θεμελιώνοντας έτσι τη Δυναστεία των Τιμούρ.

Βιβλιογραφία

  • Hilda Hookham, 1962, Tamburlaine the Conqueror, London: Hodder and Stoughton
  • Sanders, J. H., 1936, (μετ.) Tamerlane (αραβικό έργο του ύστερου 14ου αιώνα του A. Ibn Arabshah).
  • Howorth, Henry H., 1888, The History of the Mongols from the Ninth to the Nineteenth Century, 5 τομ. London, (επανέκδοση Ch'eng Wen, Taiwan, 1970)