Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Ραούφ Ντενκτάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αυτό το άρθρο χρειάζεται επιμέλεια ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές ορθογραφικής και συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.

Σημείωση: Πολλές φορές τα κείμενα στα οποία βρίσκεται αυτό το πρότυπο, παραβιάζουν πνευματικά δικαιώματα. Κάντε ένα σχετικό έλεγχο πριν ξεκινήσετε την επιμέλεια, αφού είναι πιθανό να διαγραφεί. Μετά την επιμέλεια του άρθρου, είστε ελεύθεροι να διαγράψετε αυτή την επισήμανση. Για περαιτέρω βοήθεια, δείτε τα άρθρα Πώς να επεξεργαστείτε μια σελίδα και Βικιπαίδεια:Οδηγός μορφοποίησης άρθρων.


Ντενκτάς, Ραούφ. Denktaş, Rauf. Τουρκοκύπριος πολιτικός. Γεννήθηκε στην Πάφο το 1924. Ο πατέρας του Ραΐφ Εφέντης καταγόταν από το αμιγώς τουρκοκυπριακό χωριό Άγιος Επιφάνιος. Στο χωριό αυτό, όπως υποδηλοί και η ονομασία του, όλοι οι κάτοικοι ήταν απόγονοι εξισλαμισμένων χριστιανών. Όπως αποδεικνύει ο διαπρεπής τουρκολόγος Κώστας Π. Κύρρης, ο Ντενκτάς είναι απόγονος φραγκοεβραίων, με πολύ κοντινούς πρόγονους ορθόδοξους, όπως η μητέρα του, που λεγόταν Χρυσαλίδα και η γιαγιά του που λεγόταν Μαριέττα.

Ο Ντενκτάς απεφοίτησε από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Κατά την διάρκεια των ετών 1941-1943 εργάστηκε ως μεταφραστής, δημοδιδάσκαλος, καθώς και ως δικαστικός υπάλληλος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Το 1944 μετέβη στο Λονδίνο, όπου σπούδασε Νομικά στο Λίνκολς Ινν με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου (British Council). Απεφοίτησε το 1947 και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου άρχισε να αναμειγνύεται και στην πολιτική.

Ανεμίχθη για πρώτη φορά στα κοινά υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητος το 1948, οπότε υπηρέτησε ως μέλος της τουρκοκυπριακής αντιπροσωπείας κατά την Διασκεπτική Συνέλευση. Η διάσκεψη αυτή συνεκλήθη από τον τότε Κυβερνήτη της Κύπρου Λόρδο Γουίνστερ, με σκοπό να διερευνηθεί η δυνατότητα εισαγωγής νέου συντάγματος στην Κύπρο. Λίγο αργότερα (1949) διορίστηκε από τους Άγγλους αποικιοκράτες Δικηγόρος του Στέμματος (της Εισαγγελίας), ενώ το 1953 έγινε Βοηθός Γενικός Εισαγγελεύς. Κατά το διάστημα 1956-1958 υπηρέτησε ως Γενικός Εισαγγελεύς. Ως τοιούτος ανέλαβε την προώθηση πολλών υποθέσεων αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. που οδηγούντο στα δικαστήρια και συνετέλεσε στην καταδίκη αρκετών.

Από το 1957 υπήρξε από τα ηγετικά στελέχη της τουρκοκυπριακής τρομοκρατικής οργανώσεως Τ.Μ.Τ. (Türk Mükavemet Teşkilatι=Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση), η οποία είχε ιδρυθεί από την επίσημη Τουρκία στο πλαίσιο της πολιτικής της για την «επανάκτηση» της Κύπρου. Παράλληλα εξελίχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία των εξτρεμιστών Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι αντέτασσαν στο δίκαιο αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωση με την Ελλάδα την διχοτόμηση (ταξίμ).

Μετά την παραίτησή του από την θέση του Δικηγόρου του Στέμματος εξελέγη –με την πλήρη υποστήριξη της Τουρκίας– πρόεδρος της Ομοσπονδίας Τουρκοκυπριακών Συνδέσμων.

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου του 1959 βρήκαν αντίθετο τον Ντενκτάς, ο οποίος θεωρούσε ότι η προτεινόμενη λύση ήταν μη λειτουργήσιμη και ότι η πλέον εφικτή (και δίκαιη) λύση ήταν αυτή της διχοτομήσεως. Εν τούτοις, δεν εξεδήλωσε κατά τρόπον ακραίο τις θέσεις του αυτές. Ανέλαβε, μάλιστα, επικεφαλής της τουρκοκυπριακής αντιπροσωπείας στην τετραμερή επιτροπή για την σύνταξη του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προκριθέντος του Φαζίλ Κιουτσούκ για το αξίωμα του Αντιπροέδρου, ο ίδιος δεν διεξεδίκησε κάποιο από τα τρία υπουργεία (Αμύνης, Γεωργίας, Υγείας), τα οποία, σύμφωνα με το Σύνταγμα, προορίζονταν για τους Τουρκοκυπρίους. Εξελέγη στο αξίωμα του προέδρου της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως, ένα είδος κοινοτικής Βουλής με αρμοδιότητες σε ζητήματα Παιδείας και Θρησκείας. Παράλληλα ήταν ο πολιτικός ηγέτης της Τ.Μ.Τ., η οποία, σε αντίθεση με την Ε.Ο.Κ.Α., όχι μόνο δεν είχε διαλυθεί, αλλά ενισχυόταν με άντρες και οπλισμό από την Τουρκία.

Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (16 Αυγούστου 1960) και μέχρι τον Δεκέμβριο του 1963 ο Ντενκτάς εργάστηκε συνειδητά προς την κατεύθυνση της υπονομεύσεως του κυπριακού κράτους, ακόμη και σε περιόδους που η επίσημη Τουρκία υπεστήριζε την διατήρηση του ζυριχικού καθεστώτος. Επροπαγάνδιζε υπέρ της μη συνεργασίας των Τουρκοκυπρίων με τους Έλληνες της Κύπρου, απεθάρρυνε τους ομοθρήσκους του να έχουν εμπορικές σχέσεις με τους Ελληνοκυπρίους και προσπάθησε να εμποδίσει την επιστροφή των Τουρκοκυπρίων που είχαν καταφύγει σε αμιγώς τουρκοκυπριακά χωριά κατά την διάρκεια του αγώνος της Ε.Ο.Κ.Α. στα χωριά τους. Ως μέλος της Τ.Μ.Τ., ασφαλώς ο Ντενκτάς θα είχε υπ’ όψιν και θα ενέκρινε και ενέργειες της τρομοκρατικής αυτής οργανώσεως, όπως την ανατίναξη του ίδιού του του δικηγορικού γραφείου, καθώς και δύο τεμενών, μέσα στο 1962. Το ίδιο έτος κατηγορήθηκε, εξάλλου, ως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας των προοδευτικών Τουρκοκυπρίων δημοσιογράφων Αϊχάν Χικμέτ και Αχμέτ Μουσαφέρ Γκιουρκάν, οι οποίοι αρθρογραφούσαν υπέρ της συνεργασίας των δύο «κοινοτήτων».

Κατά την διάρκεια των αιματηρών γεγονότων της τουρκοκυπριακής ανταρσίας, που ξέσπασαν τον Δεκέμβριο του 1963 εξ αφορμής της προτάσεως του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για τροποποίηση δεκατριών σημείων του Συντάγματος, ο Ντενκτάς είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Τον Ιανουάριο του 1964 έλαβε μέρος στην πενταμερή διάσκεψη του Λονδίνου για το Κυπριακό και τον επόμενο μήνα εμφανίσθηκε ως εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων στα Ηνωμένα Έθνη, όπου υπεραμύνθηκε των τουρκοκυπριακών θέσεων και, διαστρέφοντας τα γεγονότα της ένοπλης τουρκοκυπριακής ανταρσίας, προσήψε ψευδείς κατηγορίες κατά της Κυπριακής Κυβερνήσεως. Ένεκα τούτου η κυβέρνηση της Δημοκρατίας τον κήρυξε ανεπιθύμητο πρόσωπο και του απαγόρευσε την επάνοδο στην Κύπρο.

Τον Αύγουστο του 1964, κατά την διάρκεια των μαχών που έγιναν στην περιοχή της Τηλλυρίας, ο Ντενκτάς απεβιβάσθη στην περιοχή της των Κοκκίνων μαζί με αξιωματικούς από την Τουρκία και φοιτητές. Λόγω της σφοδρής αντεπιθέσεως των δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή ο Ντενκτάς και οι σύντροφοί του αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με τουρκικό πολεμικό πλοίο, για να αποφύγουν την σύλληψη.

Τον Οκτώβριο του 1967 ο Ντενκτάς επεχείρησε για δεύτερη φορά να εισέλθει παράνομα στην Κύπρο. Λόγω όμως των άσχημων καιρικών συνθηκών το ψαροκάικο που τον μετέφερε αναγκαστηκε να τον αποβιβάσει σε ακτή της Καρπασίας, αντί στην Λάρνακα, όπως προεβλέπετο. Σε λίγο συνελήφθη από αγροφύλακα και παραδόθηκε στην Εθνική Φρουρά. Ανεκρίθη από Ελλαδίτες αξιωματικούς και ομολόγησε ότι ήλθε στην Κύπρο κατ’ εντολήν των τουρκικών αρχών. Το γεγονός της συλλήψεως του Ντενκτάς είχε όμως διαρρεύσει, έτσι, εκτός από την Τουρκία, οι διπλωματικές αποστολές των Η.Π.Α. και της Μ. Βρετανίας, ζήτησαν φορτικά την απόλυσή του. Με παρέμβαση του Μακαρίου μεταφέρθηκε από τα στρατιωτικά κρατητήρια στις Κεντρικές Φυλακές και σε 48 ώρες απελάθηκε στην Τουρκία, εις ένδειξιν «καλής θελήσεως» εκ μέρους της Κυβερνήσεως. Προηγουμένως υπέγραψε και απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα δήλωση μετάνοιας και σεβασμού στους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μετά τα γεγονότα της Κοφίνου, τον Νοέμβριο του 1967, και την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας, που ευρίσκετο στην νήσο από το 1964, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος αναγκάσθηκε να αλλάξει πολιτική. Ξεκίνησαν συνομιλίες με την τουρκοκυπριακή πλευρά τον Απρίλιο του 1968, οι οποίες διευρύνθηκαν αργότερα με την συμμετοχή του Έλληνος συνταγματολόγου Μιχ. Δεκλερή και του Τούρκου Ορχάν Αλντικαστί. Ο Ντεντκάς, επέστρεψε, τότε, νομίμως στην Κύπρο και ορίστηκε εκπρόσωπος των Τουρκοκυπρίων. Στις συνομιλίες που διήρκεσαν μέχρι τις παραμονές της τουρκικής εισβολής ο Ντενκτάς φάνηκε επιδέξιος διαπραγματευτής. Ακολούθησε παρελκυστική πολιτική, μέχρι που έγινε η τουρκική εισβολή, η οποία κατέληξε στην κατοχή του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εν τω μεταξύ, συνέχισε να κρατά εγκλωβισμένες μεγάλες μάζες Τουρκοκυπρίων σε θυλάκους ελεγχόμενους πλήρως από τους εξτρεμιστές και να παρακωλύει την συνεργασία των ομοθρήσκων του με τους Ελληνοκυπρίους.

Το 1973 ο Ντενκτάς εξελέγη άνευ ανθυποψηφίου Αντιπρόεδρος της Κύπρου, αφού ο Φαζίλ Κιουτσούκ εξαναγκάστηκε από την Άγκυρα να μην διεκδικήσει την αντιπροεδρία, ενώ ο Α. Μπερμπέρογλου, ο οποίος είχε ξεκινήσει προεκλογική εκστρατεία, εξαναγκάστηκε με βίαια μέσα να αποσύρει την υποψηφιότητά του.

Μετά την τουρκική εισβολή (20-22 Ιουλίου και 14-16 Αυγούστου 1974) ο Ραούφ Ντενκτάς κατέστη παντοδύναμος, έχοντας, εξάλλου, την πλήρη υποστήριξη των κατοχικών στρατευμάτων. Έπραξε το παν διά την εδραίωση του εδαφικού και πληθυσμιακού διαχωρισμού της Κύπρου. Εξεδίωξε είκοσι περίπου χιλιάδες εγκλωβισμένους Ελληνοκυπρίους που ζούσαν στην χερσόνησο της Καρπασίας, ενώ εξανάγκασε και χιλιάδες Τουρκοκυπρίους που διαβιούσαν στις ελεύθερες περιοχές να μεταβούν στα κατεχόμενα από τον τουρκικό στρατό εδάφη. Ανεκήρυξε στις 13 Φεβρουαρίου του 1975 τα κατεχόμενα εδάφη σε «Ομόσπονδο Τουρκοκυπριακό Κράτος», ενώ στις 15 Νοεμβρίου του 1983 προέβη στην ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βορείου Κύπρου», ενός «κράτους» που αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία. Ακόμη, μετέφερε δεκάδες χιλιάδες εποίκους από την Τουρκία με σκοπό την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρος της Κύπρου.

Ο Ντενκτάς έχει συνομιλήσει μετά την τουρκική εισβολή με όλους τους προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλ. με τους Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, Σπύρο Κυπριανού, Γιώργο Βασιλείου, Γλαύκο Κληρίδη και Τάσσο Παπαδόπουλο. Στις συνομιλίες πάντοτε φαινόταν σκληρός, αδιάλλακτος και ανυποχώρητος στις αρχικές του θέσεις.

Ο Ραούφ Ντενκτάς εργάστηκε μεθοδικά υπέρ των συμφερόντων της Τουρκίας, αγνοώντας τους Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι υπέφεραν και αυτοί από την πολιτική του, τόσο κατά το διάστημα 1955-1974 όσο και κατά το διάστημα μετά την τουρκική εισβολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μισοί περίπου γηγενείς Τουρκοκύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο μετά την εισβολή.

Ο Ραούφ Ντενκτάς απεσύρθη από την πολιτική τον Απρίλιο του 2005, αφού είχε ήδη αναγγείλει τον Μάιο του 2004 ότι δεν θα διεκδικούσε και πέμπτη «προεδρική θητεία». Στην κατοχική ηγεσία τον διαδέχθηκε ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.

Βιβλιογραφία

Δρουσιώτη, Μακάριου, Ραούφ Ραΐφ Ντενκτάς, ο βεζίρης της Κύπρου, εφημ. Ελευθεροτυπία, 23.11.2002

Ταχσίν, Αρίφ Χασάν, Η άνοδος του Ντενκτάς στην κορυφή, εκδόσεις αρχείο, Λευκωσία 2001

Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τ.46

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκοπαίδεια, τ.10, εκδόσεις Φιλόκυπρος, Λευκωσία 1989

http://en.wikipedia.org