Πέτρος Α' της Σερβίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Βασιλεύς Πέτρος Α' της Σερβίας ή Πέτρος Α' Καραγιώργεβιτς εκ του ομώνυμου Οίκου ήταν γιος του Πρίγκιπα Αλέξανδρου Καραγιώργεβιτς. Γεννήθηκε το 1844 και από ηλικίας 14 ετών (1858) έζησε στην εξορία με τον πατέρα του μέχρι το 1903. Το 1870 κατά τον Γαλλοπρωσσικό πόλεμο υπηρέτησε ως εθελοντής και αργότερα μαζί με του Βοσνίους κατά των Τούρκων.

Το 1903 όταν δολοφονήθηκε ο Βασιλεύς της Σερβίας Αλέξανδρος Ομπρένοβιτς και η Βασίλισσα Δράγα, από συνωμότες αξιωματικούς ο Πέτρος βρισκόταν στη Γενεύη. Τότε κλήθηκε από την εθνοσυνέλευση η οποία και τον ανακήρυξε Βασιλέα της Σερβίας.

Ο Πέτρος Καραγιώργεβιτς αναλαμβάνοντας επέδειξε ιδιαίτερη δυναμική στα τότε δρώμενα στη Βαλκανική. Άρχισε μια σειρά διπλωματικών προσεγγίσεων και Συμφωνιών κυρίως κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ανεξάρτητα αυτών εισήγαγε στη χώρα του πλείστες εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις θέτοντας και τα θεμέλια ενός εξοπλιστικού προγράμματος παραγωγής όπλων. Υπήρξε από τα κυρίαρχα πρόσωπα στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Το 1914, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, αναγκάσθηκε να μεταβιβάσει τα βασιλικά του καθήκοντα στον διάδοχο Αλέξανδρο Καραγιώργεβιτς ο οποίος και ανακηρύχθηκε αντιβασιλεύς.

Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Πέτρος έλαβε τον τίτλο "Βασιλεύς των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων", μολονότι είχε αποσυρθεί στη Τοπόλα όπου και πέθανε το 1921.