Νικηφόρος Β' Φωκάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Νικηφόρος Β' Φωκάς
Ο Νικηφόρος Β' Φωκάς
Για τον ομώνυμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δείτε: Νικηφόρος Β΄

Ο Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας Νικηφόρος Φωκάς έμεινε στο θρόνο από το 963 μέχρι το θάνατό του το 969.

O Νικηφόρος Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ακολούθησε και ο ίδιος στρατιωτική σταδιοδρομία και τιμήθηκε με τον τίτλο του μαγίστρου. Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ.Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα, την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Μετά από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας , το Μάρτιο του 961 κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος.

Πριν την αναχώρησή του, ο Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα , όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Ωστόσο η νέα πρωτεύουσα δεν κατάφερε να επιβληθεί, με αποτέλεσμα ο Χάνδακας να αναβιώσει και να γίνει μετά από λίγο το διοικητικό και εκκλησιαστικό κέντρο της Κρήτης. Κατά την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη τελέστηκε θρίαμβος ενώπιον του αυτοκράτορα Ρωμανού του Β΄ και μεγάλου πλήθους. Μετά το θάνατο του τελευταίου, ο Νικηφόρος Β΄ ο Φωκάς παντρεύτηκε τη σύζυγό του Θεοφανώ και τον Αύγουστο του 963 στέφθηκε αυτοκράτορας στο ναό της Αγίας Σοφίας από τον πατριάρχη Πολύευκτο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο, προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας και προχώρησε ως την Τρίπολη του Λιβάνου. Παράλληλα έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας πέρα από τον Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινοβουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.

Ωστόσο η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963-969) είχε κουράσει το βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις. Ο ανηψιός του Φωκά Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλλεύτηκε τη δυσφορία αυτή, συνεργάστηκε με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ και οργάνωσε συνωμοσία για την εκθρόνισή του, η οποία και συντελέστηκε με τη δολοφονία του ηρωικού αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Δεκεμβρίου του 969.

Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν φύση δυναμική και ιδιόρρυθμη και αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.

Πριν γίνει αυτοκράτορας ο Νικηφόρος Φωκάς ανεδείχθη μεγαλος στρατηγός σε όλα τα μέτωπα της εποχής του. Με δική του εκστρατεία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επανακατέλαβε την Κρήτη από τους Σαρακηνούς. Χαρακτηρίζονταν από μεγάλη ευσέβεια και αγαπούσε τον μοναχισμό. Ο Νικηφόρος ήταν πάντως γεννημένος στρατιώτης. Είχε την σωματική δύναμη και διανοητική ικανότητα ενός μεγάλου στρατιωτικού ηγέτη, ήταν βραχύσωμος, αλλά εξαιρετικά ρωμαλέος. Η ζωή του ήταν αφιερωμένη στα στρατεύματά του, τα οποία αγαπούσε και προστάτευε πάση θυσία, και τα οποία του ήταν πιστά μέχρι θανάτου. Πέρα από τη βαθιά του πίστη προς το χριστιανισμό, δεν είχε άλλα ενδιαφέροντα. Ήταν χήρος, και είχε ορκιστεί αποχή.

Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β', η χήρα του Θεοφανώ κάλεσε το Νικηφόρο στην πρωτεύουσα, έχοντας πρόθεση να του ζητήσει προστασία για τα παιδιά της και την ίδια. Με την άφιξή του στην Πόλη, και μπροστά στην απαστράπτουσα ομορφιά της Θεοφανούς, φαίνεται ότι την ερωτεύτηκε ειλικρινά και ξέχασε τους προηγούμενους όρκους του. Δυστυχώς όμως τα αισθήματα δεν ήταν αμοιβαία. Η αυτοκράτειρα παρ’ όλα αυτά, με χαρά δέχτηκε το γάμο που της πρότεινε ο Νικηφόρος, διότι προστάτευε σε μεγάλο βαθμό τα οικογενειακά και προσωπικά της συμφέροντα, με προστάτη έναν αδέκαστο και αφοσιωμένο στρατιώτη.

Έδειξε ιδιαίτερη πολιτική ευελιξία, και αφού εξουδετέρωσε τους εχθρούς του και υποψήφιους αυτοκράτορες, στέφθηκε ο ίδιος. Λίγο αργότερα, με ιδιαίτερη διακριτικότητα παντρεύτηκε τη Θεοφανώ, αντιμετωπίζοντας όμως εκκλησιαστικές αντιδράσεις, κυρίως του πατριάρχη Πολύευκτου, διότι ήταν νονός κάποιου από τα παιδιά της Θεοφανούς. Η στρατιωτική του πολιτική ήταν απόλυτα επιτυχής, ήταν όμως μάλλον κακός διπλωμάτης, προκαλώντας αναταραχή στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Δυτικούς, τους Βούλγαρους και τους Ρως. Γνωστό είναι το περιστατικό με τον Λιουτπράνδο, απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α΄. Ατυχώς δε, έλαβε μέτρα ευνοϊκά για τη μεγάλη γαιοκτησία, με αποτέλεσμα να γίνει αντιπαθής στο λαό.

Η Θεοφανώ, αφού εδραίωσε τη θέση της, συνωμότησε με το στρατηγό και φίλο του Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Δολοφονήθηκε με απεχθή τρόπο το 969, την ώρα που κοιμόταν (σαν στρατιωτικός κοιμόταν στο δάπεδο του δωματίου, μια συνήθεια που παρ' ολίγο να του έσωζε την ζωή) από συνεργάτες του Ιωάννη.

Βοήθησε τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη να κτίσει την πρώτη μονή του Αγίου Όρους την σημερινή Μεγίστη Λαύρα, θέτοντας ένα επίσημο πλαίσιο λειτουργία της μονής και όλης της περιοχής. Λέγεται ότι κάτω από το αυτοκρατορικό ένδυμα φορούσε ράσα και είχε εκδηλώσει την επιθυμία να εγκαταλλείψει το θρόνο και να γίνει μοναχός. Αξίζει να σημειωθεί η προσπάθεια του να τιμήσει ως μάρτυρες όλους τους στρατιώτες που έπεσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων του με τους απίστους. Η προσπάθεια αυτή όμως βρήκε αντίθετους τους Πατριάρχες και τους Επισκόπους και ως εκ τούτου ο Αυτοκράτορας αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το σχέδιο του.

Ο Νικηφόρος Φωκάς καταλαμβάνει σημαντική θέση στο στερέωμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, κυρίως λόγω της στρατιωτικής πολιτικής του, πρίν και μετά τη στέψη του.


[Επεξεργασία] Βιβλιογραφία

  • Λέοντος τοῦ Διακόνου, Ἱστορίαι
  • Norwich, J.J. "Byzantium", Vol. ΙΙ-The Apogee
  • Vasiliev, A. "History of the Byzantine Empire, 324–1453"
  • Ostrogorsky, G. "History of the Byzantine State"


Προηγούμενος
Ρωμανός Β'
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Επόμενος
Ιωάννης Τσιμισκής