Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   casino   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Κρητική Χωροφυλακή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αυτό το άρθρο ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές.

Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το άρθρο.

"Κρητικοί χωροφύλακες και εύζωνος εν στολή εκστρατείας", επιστολικό δελτάριο του c.1910
"Κρητικοί χωροφύλακες και εύζωνος εν στολή εκστρατείας", επιστολικό δελτάριο του c.1910

Η Κρητική Χωροφυλακή ήταν το ένοπλο στρατιωτικό σώμα που είχε αστυνομικά καθήκοντα στην Κρητική Πολιτεία. Δημιουργήθηκε το 1899 και συγχωνεύθηκε με την Βασιλική Χωροφυλακή το 1913. Έμεινε πιστή στον πρίγκηπα Γεώργιο κατά την επανάσταση του Θέρισου, συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πόλεμους και στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας.

Πίνακας περιεχομένων

Η αστυνόμευση στην Κρήτη πριν την αυτονομία

Στα μέσα του περασμένου αιώνα το Κρητικό ζήτημα κυριαρχούσε στα Διεθνή νέα. Οι Κρητικοί, μην υποφέροντας την Οθωμανική κυριαρχία, επαναστατούσαν σε κάθε ευκαιρία. Το 1878 με τη σύμβαση της Χαλέπας ένα από τα πράγματα που πέτυχαν ήταν η δέσμευση του Σουλτάνου ότι η Κρήτη θα αστυνομευόταν μόνο από Κρητικούς. Αποφασίσθηκε μάλιστα η δημιουργία σώματος Χωροφυλακής μόνο από κατοίκους της Κρήτης, στο οποίο οι Χριστιανοί θα μπορούσαν να γίνουν και αξιωματικοί.

Κρητικός χωροφύλακας σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.
Κρητικός χωροφύλακας σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.

Δυστυχώς όμως, ως συνήθως, οι Τουρκικές δεσμεύσεις δεν άξιζαν περισσότερο από το χαρτί στο οποίο είχαν γραφτεί. Το 1889, καταργώντας το συγκεκριμένο άρθρο της σύμβασης, που όριζε ότι η Κρήτη θα αστυνομευόταν μόνο από Κρητικούς, ο Σουλτάνος, ανέθεσε στον συνταγματάρχη Ταξίν την αστυνόμευση της Κρήτης θέτοντας τον επικεφαλής σώματος 200 ανδρών που στρατολογήθηκαν στην Μακεδονία. Αξίζει να σημειωθεί πως ο συνταγματάρχης Ταξίν είναι αυτός που αργότερα σαν στρατηγός παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό. Το 1896, επειδή οι ταραχές συνεχιζόταν, ο Σουλτάνος, κάτω από την πίεση των ξένων δυνάμεων, δέχθηκε τη δημιουργία και αποστολή στο νησί Σώματος 100 Μαυροβούνιων χωροφυλάκων με διοικητή τον Άγγλο ταγματάρχη Μπορ. Αυτοί παρέμειναν στο νησί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1899. Οι άγριες σφαγές που έκαναν οι Τούρκοι στο Ηράκλειο τον Αύγουστο του 1898 οδήγησαν τους ξένους ναυάρχους στην απόφαση για την απομάκρυνση των Τούρκων. Η Τουρκική χωροφυλακή αποχώρησε μαζί με τον Τουρκικό στρατό, ενώ οι ναύαρχοι ανέλαβαν την διοίκηση της Μεγαλονήσου. Στο διάστημα που μεσολάβησε έως την άφιξη του πρίγκιπα Γεώργιου, τον Δεκέμβριο του 1898, η Μεγαλόνησος διοικείτο από τους Διοικητές των Διεθνών στρατευμάτων. Οι Άγγλοι διοικούσαν το νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι το Νομό Ρεθύμνου, οι Γάλλοι το Νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακίων.

Η κατάσταση από πλευράς δημόσιας ασφάλειας στο νησί κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν. Στην Κρήτη οπλοφορούσαν οι πάντες, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, και εκτός από τα εθνικά προβλήματα υπήρχαν και προσωπικά, κομματικά και βεβαίως ενδημικά προβλήματα, όπως η ζωοκλοπή, βεντέτες κ.λ.π.. Οι κάτοικοι εγκατέλειπαν την ύπαιθρο και κατέφευγαν στις μεγάλες πόλεις για προστασία. Οι ξένοι διοικητές για να ενισχύσουν τις διεθνείς αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να συγκροτήσουν τμήματα χωροφυλακής από Κρητικούς, ο κάθε ένας στο νομό που διοικούσε. Φυσικά η οργάνωση και ο τρόπος λειτουργίας του καθ' ενός από τα τέσσερα σώματα χωροφυλακής που δημιουργήθηκαν, ήταν σύμφωνη με τα ισχύοντα στη χώρα του κάθε διοικητή, αλλά και με την εμπειρία που είχε η κάθε χώρα από ανάλογες περιπτώσεις. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν να αστυνομεύεται η Κρήτη από τέσσερα ανεξάρτητα σώματα χωροφυλακής τα οποία ήταν οργανωμένα επάνω σε τελείως διαφορετικά πρότυπα.

Αυτονομία. Ίδρυση και στελέχωση της Κρητικής Χωροφυλακής

Όταν ο Πρίγκιπας Γεώργιος ανέλαβε τα καθήκοντα του ως Ύπατος Αρμοστής, ένας από τους πρωταρχικούς στόχους που έθεσε, ήταν η δημιουργία κλίματος ασφάλειας και ευταξίας. Αυτό αποσκοπούσε τόσο στο να φανεί ότι οι Κρητικοί ήταν άξιοι για αυτονομία όσο και επειδή, η εντός 3 ετών ειρήνευση του νησιού ήταν ο πρώτος από τους όρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Για το σκοπό αυτό αποφασίσθηκε ο αφοπλισμός όλων των κατοίκων και η δημιουργία σώματος χωροφυλακής. Σαν πυρήνας της Κρητικής χωροφυλακής χρησιμοποιήθηκαν τα μικρά σώματα που είχαν δημιουργήσει οι Ξένες Δυνάμεις.

Τον Ιανουάριο του 1899 ο πρίγκιπας κάλεσε στα Χανιά τους αρχηγούς χωροφυλακής των τεσσάρων διαμερισμάτων για ν' ακούσει τις προτάσεις τους όσον αφορά τη δημιουργία Κρητικής Χωροφυλακής. Στη συνάντηση αυτή, διαπιστώθηκε ότι ο μόνος που ήταν ειδικός και είχε σοβαρές προτάσεις επί του θέματος ήταν ο Ιταλός αντιπρόσωπος. Έτσι, η Ιταλική πρόταση έγινε δεκτή και αποφασίσθηκε η οργάνωση Σώματος Χωροφυλακής παρομοίου με αυτό των Ιταλών καραμπινιέρων, που, εκείνη την εποχή, εθεωρείτο από τα καλύτερα Σώματα Χωροφυλακής της Ευρώπης.

Το καλοκαίρι του 1899, ο λοχαγός των καραμπινιέρων Federico Craven, διορίσθηκε επίσημα διοικητής και οργανωτής της «Κρητικής Χωροφυλακής». Ο Craven με τη βοήθεια μιας ομάδας 140 περίπου αξιωματικών και υπαξιωματικών των καραμπινιέρων ανέλαβε να οργανώσει την Κρητική Χωροφυλακή, χρησιμοποιώντας ως πυρήνα του Σώματος, τα στελέχη των τεσσάρων Σωμάτων Χωροφυλακής που είχαν δημιουργήσει οι διοικητές των Διεθνών στρατευμάτων. Στην επίτευξη αυτού του στόχου δύο συγκυρίες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευνοϊκές.

Η πρώτη, ήταν η διάθεση των νέων της Κρήτης, που, εμπνεόμενοι από φιλοπατρία κυρίως, έσπευσαν να καταταγούν στο μοναδικό αυτό στρατιωτικό σώμα της Κρητικής Πολιτείας. Το γεγονός αυτό βοήθησε ώστε το επίπεδο των κατατασσόμενων να είναι υψηλό. Η κατάταξη στην Χωροφυλακή, η οποία είχε και στρατιωτικά καθήκοντα (η ίδρυση της Εθνοφυλακής αναβαλλόταν διαρκώς λόγω ελλείψεως χρημάτων), εθεωρείτο προσφορά στο έθνος, κάτι ιδιαίτερα τιμητικό και κανείς δεν σκεφτόταν να το θεωρήσει επάγγελμα. Στο τέλος του προηγούμενου αιώνα, όταν σε όλο τον κόσμο κυριαρχούσαν τα Εθνικά ιδεώδη και όταν ο Ελληνισμός εγαλουχείτο με την Μεγάλη Ιδέα, η προσφορά στο Έθνος ήταν τρόπος ζωής. Είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς τα γεγονότα της εποχής εάν δεν συνειδητοποιήσει προηγουμένως τα υψηλά ιδανικά που ωθούσαν τους ανθρώπους να γίνονται ήρωες ή Εθνικοί ευεργέτες. Για να γίνει αυτό κατανοητό αρκεί να αναφερθούν κάποια παραδείγματα νέων της Κρήτης και μετέπειτα αξιωματικών της Κρητικής Χωροφυλακής, όπως του Γεώργιου Βούρου, που εγκατέλειψε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών για να καταταγεί ως απλός χωροφύλακας ή του Ευάγγελου Σαρρή, που είχε επίσης εγκαταλείψει τις σπουδές του για να πάρει μέρος στην επανάσταση του 1898 και μόλις αυτή τελείωσε κατετάγη στην Χωροφυλακή. Ανάλογες ήταν οι περιπτώσεις του Αλεξάνδρου Βελιδάκη, του Στεφάνου Χατζαγγελάκη και όλων των άλλων που στελέχωσαν την Κρητική Χωροφυλακή από διάθεση να προσφέρουν στο Έθνος και όχι για να βρουν μία θέση το Δημόσιο.

Η άλλη συγκυρία που βοήθησε τον Craven στην εξασφάλιση της ευταξίας στο νησί ήταν, τόσο η πολύ καλή συνεργασία του με τον πρίγκιπα Γεώργιο και την Κυβέρνηση, όσο και το γεγονός ότι ο Πρίγκιψ είχε τη δυνατότητα της ανεξέλεγκτης απελάσεως των υπόπτων και επικινδύνων ατόμων. Το μέτρο αυτό, που είχε αρχικά εφαρμοσθεί από τις Διεθνείς αρχές, συνεχίσθηκε και μετά αφού το Σύνταγμα του 1899 προέβλεπε την άσκηση του για δύο έτη ως προνόμιο του Πρίγκιπας. Μάλιστα δε, προβλεπόταν πως κανείς από όσους απομακρύνθηκαν είτε από τους Ναυάρχους είτε από τον Πρίγκιπα δεν είχε το δικαίωμα να ξαναγυρίσει στην Κρήτη παρά μόνο μετά από σχετικό Ηγεμονικό Διάταγμα.

Η Κρητική Χωροφυλακή αποτελείτο από 1 τάγμα πέντε λόχων. Παρόλο που προβλεπόταν δύναμη 1600 ανδρών, επί Ιταλικής Διοικήσεως το σύνολο ποτέ δεν ξεπέρασε τους 1275. Οι λόχοι ήταν τοποθετημένοι ένας σε κάθε νομό. Την διοίκηση των 5 λόχων (μοιραρχιών) είχαν υπολοχαγοί των καραμπινιέρων, οι οποίοι στην Κρήτη είχαν το βαθμό του λοχαγού. Όταν τον Ιούνιο του 1900 ο Craveri αντικαταστάθηκε από τον Valduino Caprini δημιουργήθηκε και έκτος λόχος (Επιτελείο). Οι πρώτοι διοικητές λόχων ήταν οι: Ferdinando Mensitieri, Υπασπιστής και Διοικητής μοιραρχίας Επιτελείου, Luigi Bassi, Διοικητής εσωτερικής μοιραρχίας Χανίων, Ettore Lodi, Διοικητής εξωτερικής μοιραρχίας Χανίων (Σφακιά), Arcangelo de Mandate, Διοικητής μοιραρχίας Ηρακλείου, Edigio Garrone, Διοικητής μοιραρχίας Ρεθύμνου και Filiberto Vigliani, Διοικητής μοιραρχίας Λασιθίου.

Η στολή ήταν από σκούρο μπλε ύφασμα. Οι οπλίτες φορούσαν Κρητική βράκα, ενώ οι αξιωματικοί παντελόνι. Το καπέλο των οπλιτών ήταν στρογγυλό χωρίς γείσο, των δε αξιωματικών ίδιο με αυτό των αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού. Η θερινή στολή ήταν λευκή. Αξιωματικοί και οπλίτες φορούσαν μαύρες μπότες. Όσον αφορά τον οπλισμό, από φωτογραφίες διαπιστώνεται ότι διέθεταν τουφέκι, ξιφολόγχη και περίστροφο, ενώ αρκετοί οπλίτες έχουν στην ζώνη τους το κλασσικό Κρητικό μαχαίρι.

Κάθε λόχος είχε 3 ή 4 υπομοιραρχίες με διοικητή ανθυπασπιστή των καραμπινιέρων και κάθε υπομοιραρχία περίπου 6 ενωμοτίες (σταθμούς) με διοικητή υπενωμοτάρχη ή και οπλίτη καραμπινιέρο. Αρχικά όλοι οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί ήταν Ιταλοί, όσο όμως περνούσε ο καιρός αυτοί αντικαθίσταντο από Κρητικούς. Οι Κρητικοί, πολλοί από τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, ήταν μορφωμένοι, προαγόταν γρήγορα στους επόμενους βαθμούς κατόπιν εξετάσεων μετά από τρίμηνη φοίτηση στις στρατιωτικές σχολές οι οποίες λειτουργούσαν στο αρχηγείο. Μέχρι την έλευση της Ελληνικής αποστολής όλοι οι αξιωματικοί ήταν Ιταλοί, οι δε Κρητικοί έφθαναν μέχρι τον βαθμό του ανθυπασπιστού. Εκείνο που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι φαίνεται πως κάποιοι Ιταλοί αξιωματικοί είχαν εξελληνίσει τα ονόματα τους. Ο Valduino Caprini για παράδειγμα υπέγραφε ως Καπρίνης.

Όσο αφορά την δράση της Κρητικής Χωροφυλακής, αυτή πέτυχε, χάρη στην σωστή εκπαίδευση, το ήθος και την γενναιότητα των στελεχών της, να κερδίσει σε πολύ μικρό διάστημα την εμπιστοσύνη, τόσο των Κρητικών όσο και των ξένων, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό εάν σκεφθεί κανείς την προκατάληψη που υπήρχε εναντίον των Κρητικών εκ μέρους των Διεθνών δυνάμεων.

Αξίζει να αναφερθεί ένα γεγονός που δείχνει χαρακτηριστικά τις ικανότητες των Κρητικών χωροφυλάκων. Κάποτε ο σταθμάρχης του σταθμού Βλάττου, Ιωάννης Βλαχάκης, είχε πάει με δύο χωροφύλακες στο χωριό Παπαδιανά Ιννεαχωρίων Κίσσαμου για να εξακριβώσει μία καταγγελία για ζωοκλοπή. Ενώ λοιπόν βρισκόταν στο σπίτι του Β. Φαλαγγάρη περικυκλώθηκαν από 40 περίπου ενόπλους. Οι χωροφύλακες, χάρις στην ψυχραιμία τους κατόρθωσαν όχι μόνο να διαλύσουν τους ενόπλους, αλλά και να βρουν και να κατάσχουν τα κλεμμένα ζώα. Εκτός όμως από τέτοιου είδους περιστατικά υπάρχουν και άλλα που δείχνουν το ήθος των ανδρών της Κρητικής Χωροφυλακής, όπως αυτό, στο οποίο ο υπενωμοτάρχης Ευάγγελος Σαρρής έπεσε στη θάλασσα (στο λιμάνι των Χανίων) και έσωσε ένα γέροντα που πνιγόταν. Σε μία άλλη περίπτωση, στο λιμάνι του Ηρακλείου (2 Απριλίου 1910), όταν κόπηκαν λόγω θαλασσοταραχής οι άγκυρες του Ιταλικού ιστιοφόρου «ΕΤΡΑΣ» και εξόκειλε στη θέση Τρυπητή, ο ενωμοτάρχης Ι. Βλαχάκης μαζί με άλλους συναδέλφους του μπήκαν στη θάλασσα και έσωσαν τους 5 Ιταλούς και τους 2 Αυστριακούς που αποτελούσαν το πλήρωμα του πλοίου.

Ακολούθησαν τα γεγονότα του θέρισου. Η Κρητική Χωροφυλακή παρέμεινε πιστή στον Πρίγκιπα Γεώργιο και μάλιστα οι επιθέσεις εναντίον της υπαγόταν στη δικαιοδοσία των Διεθνών στρατοδικείων. Στη δύσκολη αυτή περίοδο που ο Κρητικός λαός είχε διαιρεθεί στα δύο (στις εκλογές του 1906 τα φιλοπριγκιπικά κόμματα πήραν 38.127 ψήφους ενώ τα φιλοβενιζελικά 33.279), η χωροφυλακή κατόρθωσε να εκτελέσει τα καθήκοντα της χωρίς να κομματισθεί. Τελικά η Αγγλική διπλωματία επέβαλλε ένα σχέδιο και τον Σεπτέμβριο του 1906 ο Πρίγκιπας Γεώργιος αντικαταστάθηκε από τον Αλ. Ζαΐμη, του οποίου η άφιξη χαιρετίσθηκε ως προάγγελος της ενώσεως.

Με την αποχώρηση του Πρίγκιπα Γεώργιου οι Πρόξενοι των Προστάτιδων Δυνάμεων, έγραψαν, μεταξύ άλλων, τα εξής για την Κρητική Χωροφυλακή: «Οι Γεν. Πρόξενοι των Προστάτιδων Δυνάμεων της Κρήτης επί τη αναχωρήσει της Αυτού Βασιλικής Υψηλότητος του Πρίγκιπας Γεωργίου της Ελλάδος εκφράζουσι την πλήρη αυτών εμπιστοσύνη εν τω στρατιωτικοί πνεύματι και εν τω δεδοκιμασμένω πατριωτισμώ της Κρητικής Χωροφυλακής... Οι Γεν. Πρόξενοι επιθυμούσιν όπως εκφράσωσι τη Κρητική Χωροφυλακή πάσαν την ευμένειαν των Προστάτιδων Δυνάμεων...».

Στις 16 Δεκεμβρίου του 1906 ο Eugenio Monaco, τρίτος και τελευταίος αρχηγός της Ιταλικής αποστολής, παρέδωσε την αρχηγία στον ταγματάρχη του Πυροβολικού Ανδρέα Μομφερράτο, αρχηγό της Ελληνικής αποστολής. Η Ελληνική αποστολή φρόντισε αμέσως για τη δημιουργία της πολιτοφυλακής, τον εξοπλισμό της Χωροφυλακής με τουφέκια Manlicher-Jenauer και την ακόμη πιο στρατιωτική της εκπαίδευση. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν τάγματα πολιτοφυλακής τα οποία απάλλαξαν τη χωροφυλακή από ορισμένα καθαρά στρατιωτικά καθήκοντα.

Η Ελληνική αποστολή φρόντισε αμέσως για την προαγωγή των Κρητικών που ήταν έτοιμοι να προαχθούν στις τάξεις των αξιωματικών. Αξίζει να αναφερθούν τα ονόματα των πρώτων Κρητικών που έγιναν ανθυπομοίραρχοι κατά σειράν αρχαιότητος: Σαρρής Ευάγγελος, Κοκκαλάς Δημήτριος, Ανδρουλάκης Ανδρέας, Χατζηϊωάννου Αλέξανδρος, Νικηφοράκης Νικηφόρος, Μπριλλάκης Ζαχαρίας, Μουργινάκης Ηλίας, Μυλωγιαννάκης Μίνως, Βογιατζάκης Εμμανουήλ, Βούρος Γεώργιος, Σουρής Ιωάννης. Έτσι λοιπόν στις 14-1-1907 η στελέχωση της Κρητικής Χωροφυλακής με τους πρώτους (βγαλμένους από τις τάξεις της) Κρητικούς αξιωματικούς ήταν πια γεγονός. Τις παραμονές του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1912 στην Κρητική Χωροφυλακή υπηρετούσαν 45 Αξιωματικοί, 50 Ανθυπασπιστές και 1371 υπαξιωματικοί και χωροφύλακες. Από τους Αξιωματικούς οι 5 ήταν ανθυπίατροι και ο ένας φαρμακοποιός, ενώ επίσης φαρμακοποιός ήταν ένας από τους Ανθυπασπιστές.

Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι την εποχή αυτή τόσο στην Κρητική Χωροφυλακή όσο και στην χωροφυλακή του Βασιλείου της Ελλάδος κάποιοι (κυρίως ανώτεροι) από τους αξιωματικούς προέρχονται από τον Στρατό Ξηράς στον οποίο και μερικοί σε δεδομένη στιγμή επιστρέφουν. Για παράδειγμα αρχηγός της Ελληνικής χωροφυλακής το 1912 είναι ο συνταγματάρχης του πυροβολικού Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος, ενώ την ίδια εποχή ανώτερος διοικητής της Κρητικής Χωροφυλακής είναι ο αντισυνταγματάρχης του πυροβολικού Ανδρέας Μομφερράτος. Ολόκληρη δε η Ελληνική αποστολή, που αντικατέστησε την Ιταλική τον Δεκέμβριο του 1906, αποτελείτο από αξιωματικούς του Στρατού Ξηράς. Σαν αποτέλεσμα της επιτυχίας της Κρητικής Χωροφυλακής στο έργο της, τον Ιούλιο του 1911 ανετέθη σε Ιταλούς αξιωματικούς και η οργάνωση της Ελληνικής Χωροφυλακής. Κάποιοι από αυτούς, όπως ο Arcangelo de Mandate, είχαν ήδη συμμετάσχει και στην οργάνωση της Κρητικής Χωροφυλακής.

Η Κρητική Χωροφυλακή στους Βαλκανικούς πολέμους

Στις 4 Οκτωβρίου του 1912 τα Χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η προέλαση του Στρατού μας υπήρξε ραγδαία και στις 26 του ίδιου μήνα, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, πολιούχου της πόλης, ο Ταξίν Πασάς παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στον απελευθερωτή Ελληνικό Στρατό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα εμφανιζόταν μετά την απελευθέρωση της πόλης στον τομέα της αστυνόμευσής της και γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι σύμμαχοι μας αλλά και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προωθούσαν μία εικόνα άναρχης πόλης και μίας Ελληνικής πολιτείας ανίκανης να επιβάλλει την τάξη, φρόντισε, από τις 24 Οκτωβρίου, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη, να διατάξει την μεταφορά δυνάμεως της Κρητικής Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη.

Έτσι, στις 24-10-1912 αναχώρησε από τα Χανιά για την Αθήνα και ακολούθως τη Θεσσαλονίκη, ο αρχηγός της Κρητικής Χωροφυλακής μαζί με 4 αξιωματικούς, 2 ανθυπασπιστές και 150 οπλίτες. Η δύναμη αυτή έφθασε στη Θεσσαλονίκη με το ατμόπλοιο «Αρκαδία», ενισχύθηκε δε τις επόμενες ημέρες έτσι ώστε τελικά μεταφέρθηκε τμηματικά στη Θεσσαλονίκη το σύνολο σχεδόν της Κρητικής Χωροφυλακής. Σημειώνεται ότι στις 14.10.1912, με απόφαση του Γενικού Διοικητή Κρήτης Στεφάνου Δραγούμη κλήθηκαν στα όπλα οι έφεδροι Υπαξιωματικοί και Χωροφύλακες των κλάσεων 1903-1911.

Η Θεσσαλονίκη τότε ήταν μία διεθνής πόλη. Εκτός από τους Έλληνες, υπήρχαν πολλοί Τούρκοι, πολυάριθμες Ευρωπαϊκές παροικίες, πολύ μεγάλη Εβραϊκή κοινότητα και Βουλγαρίζων πληθυσμός. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είδαν ευχάριστα την Ελληνική σημαία στο Διοικητήριο της πόλης. Οι Ευρωπαίοι, επειδή θεωρούσαν πως θα έχαναν εμπορικά προνόμια που είχαν. Οι Ισραηλίτες, επειδή για εμπορικούς λόγους προτιμούσαν Αυστριακή διοίκηση ή διεθνοποίηση της Θεσσαλονίκης, ενώ οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι και οι Αυστριακοί, επειδή θα ήθελαν την πόλη για δική τους ο καθένας. Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο πως η Θεσσαλονίκη είναι Ελληνική. Εκείνη την εποχή, που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, όλοι ήθελαν να πάρουν το μεγαλύτερο κομμάτι από τα εδάφη της και πολύ λίγο ενδιαφερόταν (όπως και σήμερα) εάν κάποια εδάφη είχαν Ελληνικό πληθυσμό, ή εάν ιστορικά ανήκαν πάντοτε στην Ελλάδα. Τα πάντα ήταν ρευστά. Ας μην ξεχνάμε πως όσο Ελληνική ήταν τότε η Θεσσαλονίκη άλλο τόσο ήταν και η Φιλλιπούπολις, το Μοναστήρι, η Σμύρνη, η Τραπεζούντα και η Κωνσταντινούπολις. Η σύνθεση του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν την απελευθέρωση της, με βάση απογραφή που έγινε εκείνο το διάστημα ήταν:

  • Ισραηλίτες: 61.000
  • Τούρκοι: 43.000
  • Έλληνες: 40.000
  • Βουλγαρίζοντες: 6.000
  • Διαφόρων Εθνοτήτων: 5.000

Δηλαδή σε πληθυσμό 155.000 κατοίκων μόλις το ένα τέταρτο ήταν Έλληνες. Στους αριθμούς όμως των πολιτών πρέπει να προστεθούν και άλλοι. Λόγω του πολέμου ο πληθυσμός της πόλης είχε σχεδόν διπλασιασθεί. Υπήρχε ο Ελληνικός στρατός, ο Βουλγαρικός στρατός, συμμορίες κομιτατζήδων, τα πληρώματα των Αγγλικών, Ρωσικών, Αυστριακών και Γαλλικών πολεμικών πλοίων που είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη για να προστατεύσουν τους υπηκόους τους και βέβαια οι Του ρκοι αξιωματικοί, οι οποίοι σύμφωνα με τη συνθήκη για την παράδοση της πόλης κυκλοφορούσαν ελεύθεροι. Ακόμη υπήρχε η Τουρκική χωροφυλακή και η αστυνομία, οι οποίες βάσει της συνθήκης δεν είχαν αφοπλισθεί άμεσα και φυσικά πάρα πολλοί Τούρκοι λιποτάκτες, οι οποίοι τριγυρνούσαν άσκοπα στους δρόμους ζητιανεύοντας. Αρκετοί από αυτούς ήταν και οπλισμένοι. Τέλος, υπήρχαν οι Μουσουλμάνοι πρόσφυγες που είχαν μαζευτεί στην πόλη δημιουργώντας αφόρητη κατάσταση από πλευράς υγιεινής.

Όπως είναι γνωστό η προέλαση των χριστιανικών στρατών, ειδικά δε οι φήμες για τις θηριωδίες των Βουλγάρων σε βάρος του αμάχου πληθυσμού, έφεραν στη Θεσσαλονίκη πολλές χιλιάδες Τούρκους πρόσφυγες. Αυτοί συγκεντρώθηκαν σε Τζαμιά, νεκροταφεία και πλατείες δημιουργώντας απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής και άμεσο κίνδυνο εξάπλωσης επιδημιών στην πόλη. Ο Άγγλος ανταποκριτής των TIMES, Κρώφορδ Πράις, αναφέρει σχετικά: «Εύγλωττον απόδειξιν του μεγέθους και της σοβαρότητας της Τουρκικής ήττης απετέλουν αϊ χιλιάδαι των προσφύγων, οι οποίοι συνέρρεον εις την Θεσσαλονίκην δίκην σμήνους ακριδών. Έντρομοι και πανικόβλητοι φεύγοντες όπως σώζωσι την ζωήν των προ της Σερβοβουλγαρικής προελάσεως... να ζητούν καταφύγιον προς προστασίαν κατά του ψύχους όπισθεν τοίχων και να περικαλύπτονται δια παντοίων ρακών... Έβλεπε τις επιτόκους γυναίκας κυλιομένας εις την λάοπην και την ακαθαρσίαν, ως εκ της εντελούς απουσίας και της στοιχειωδεστέρας υγειονομικής προφυλάξεως, και μη έχουσας ουδέ μίαν ψάθαν... έβλεπε τις γυναικόπαιδα λιμοκτονούντα δι' έλλειψιν ενός τεμαχίου άρτου».

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς, πόσο δύσκολη ήταν η Αστυνόμευση μίας πόλης με τέτοια ανομοιογένεια πληθυσμού, με εκρηκτικές φυλετικές αντιθέσεις, με τα οικονομικά προβλήματα που δημιούργησαν οι επιπτώσεις από την αλλαγή του καθεστώτος, με νωπές τις συνέπειες από τις πρόσφατες μάχες, αλλά και με δεδομένη την έλλειψη της υποδομής για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Εάν στα ανωτέρω προσθέσουμε τις συνωμοσίες των Βουλγάρων και των Τούρκων, τότε φαίνεται πως το έργο που ανελάμβανε η Κρητική Χωροφυλακή για την εξασφάλιση της τάξης ήταν πραγματικά τιτάνιο. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες η Κρητική Χωροφυλακή ανταποκρίθηκε πλήρως στα καθήκοντα της και δικαίωσε απόλυτα τις προσδοκίες του Ε. Βενιζέλου. Αρχικά, η Κρητική Χωροφυλακή φρόντισε να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες σε προάστια της πόλης δίνοντας τη δυνατότητα στους εργάτες του Δήμου να καθαρίσουν την πόλη. Ακολούθως δε φρόντισε με σοβαρότητα και αίσθημα δικαίου για την δημιουργία κλίματος ηρεμίας στην πόλη, ώστε όλοι οι πολίτες, ανεξαρτήτως εθνικότητας, να νοιώθουν ασφαλείς. Κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό του πληθυσμού, όπως φαίνεται από τα παρακάτω σχόλια για τη δράση της στη Θεσσαλονίκη: Η Γαλλική «L' illustration», σε άρθρο του πολεμικού της ανταποκριτού Ζαν Λεν, αναφέρει: «Κάτι άλλο προσελκύει κατά διαστήματα την προσοχή του πλήθους. Η διεύλευσις μιας περιπόλου Κρητών χωροφυλάκων, με την εθνικήν των στολήν, μπόττες, σαλβάρι, μικρόν χιτωνίοκον και ίσιον σκούφον (τόκα) τολμηρώς τοποθετημένον προς τα πλάγια επί της κεφαλής. Είναι ωραίοι άνδρες, μελαχρινοί, υψηλοί με βάδισμα σταθερόν... Η υπερηφάνεια φωτίζει τα μέτωπα των. Οποίον όνειρον δεν ζουν άλλωστε, αυτοί οι οποίοι επί τόσον μακρόν διάστημα υπήρξαν τα παίγνια των Τούρκων εις το δυστυχισμένον νησί των, με το να βλέπουν σήμερον ότι είναι επιφορτισμένοι να κρατούν την τάξιν εντός της Θεσσαλονίκης, την οποίαν απέσπασαν από τους Τούρκους και η οποία κατοικείται ακόμη από τόσους εκ των παλαιών κατακτητών της, οι οποίοι οφείλουν τώρα να τους υπακούουν! Η παρουσία αυτής της χωροφυλακής, η οποία δεν αστειεύεται, θα ησυχάση ίσως ολίγον τους βουλγάρους στρατιώτας. Καθ' εσπέραν αυτοί μεθούν υπερβολικών και κατόπιν δημιουργούν σκάνδαλα από παντού όπου διέρχονται». «ΠΡΩΙΝΗ» Θεσσαλονίκης: «Οι Κριτές Χωροφύλακες επιβάλλουσιν εξ ίσου το κράτος του Νόμου και εις τους πολίτας και εις τους αντάρτας και εις τους στρατιώτας, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος, όλοι τους υπακούουν, εις όλους επιβάλλονται, διότι όλοι τους σέβονται και τους φοβούνται». «ΝΕΑ ΑΛΗΘΕΙΑ» Θεσσαλονίκης: «Ο Κρης χωροφύλαξ - ανήρ του καθήκοντος, πειθαρχικός προς δε και αξιοπρεπής, κατόρθωσε από τας πρώτος ημέρας να επιβληθεί... Τοιουτοτρόπως εντός ολίγου καιρού η Θεσσαλονίκη είχε το ευτύχημα να γνωρίση ησυχίαν και τάξιν την οποίαν κατά τα τελευταία της τουρκοκρατίας έτη ουδέ καν να ονειρευθεί ηδύνατο». «Τι άνδρες, π λεβέντες, Τι παλικάρια, Τι ωραίοι και ευσταλείς και ακλόνητοι αυτοί οι Κρήτες χωροφύλακες... Δεν υπάρχει χώμα εις τον κόσμον να παράγει άνδρας καλλίονας και ανδρειωτέρους των Κρητών...». «ΧΡΟΝΟΣ», του Κ. Χαιρόπουλου: «θαυμάσιοι εις παράστημα, εις πειθαρχίαν, εις οργάνωσιν, όλοι διαλεκτοί με το σοβαρόν ύφος Αμερικανών ή Άγγλων αστυνομικών, περιέρχονται, κατά περιπολίας, την πάλιν, εμπνέοντες τον σεβασμόν εις τους πολίτας πάσης εθνικότητος. Γυμνασμένοι στρατιωτικώς, ρωμαλέοι εκ φύσεως, γενναίοι εκ χαρακτήρας, ισχυροί εξ ασκήσεως, αποτελούν μίαν δύναμιν, η οποία δεν υποχωρεί ενώπιον κανενός εμποδίου^. «ΧΡΟΝΟΣ», της Μόσχας: «Δυστυχώς δεν έχουσιν όλα τα Κράτη, τους γενναίους και πειθαρχικούς άνδρας της Κρήτης δια να καταρτίσωσι Χωροφυλακήν». Οι Βούλγαροι βέβαια δεν σταμάτησαν τις προσπάθειες να εμφανίσουν την Θεσσαλονίκη σαν άναρχου μένη ή και συγκατεχόμενη πόλη. Το βράδυ της 31 Οκτωβρίου, πέντε μόλις ημέρες από την απελευθέρωση της θεσσαλονίκης, ομάδα κομιτατζήδων ανατίναξε μία μεγάλη Τουρκική αποθήκη πυρομαχικών στο προάστιο Ζεϊτελίκ (Αγία Παρασκευή). Από την έκρηξη σκοτώθηκαν μερικοί Τούρκοι αιχμάλωτοι και Έλληνες στρατιώτες του Ιππικού. Αμέσως μετά οι κομιτατζήδες άρχισαν να βάζουν φωτιές, να σφάζουν και να ληστεύουν τον Τουρκικό πληθυσμό. Η Κρητική Χωροφυλακή επετέθη χωρίς καθυστέρηση εναντίον τους και τους ανάγκασε να διαλυθούν και να καταφύγουν στους Στρατώνες του Βουλγαρικού Στρατού. Αυτό ήταν το πρώτο από μία σειρά επεισοδίων στην προσπάθεια των φιλοξενούμενων Βουλγάρων να εμφανίσουν τη Θεσσαλονίκη ως αναρχούμενη ή και ως συγκατεχόμενη. Τις αμέσως επόμενες ημέρες άρχισαν να καταλαμβάνουν αυθαίρετα τα τζαμιά της πόλης μεταξύ των οποίων και την Αγία Σοφία για να τα μετατρέψουν σε εξαρχικές εκκλησίες προσβάλλοντας ταυτόχρονα βίαια τα σύμβολα και το θρησκευτικό αίσθημα των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης, οι οποίοι και διαμαρτυρήθηκαν στις Ελληνικές αρχές. Η Κρητική χωροφυλακή, μαζί με τον στρατό επενέβη και σταμάτησε αμέσως αυτές τις εκδηλώσεις. Σε μία άλλη περίπτωση, ο ανθυπασπιστής της Κρητικής Χωροφυλακής Ι. Πετράκης, που επικεφαλής 10 οπλιτών ήταν υπεύθυνος για τον σιδηροδρομικό σταθμό, ανακάλυψε ένα Βουλγαρικό σχέδιο για την ανατίναξη του σταθμού. Συνέλαβε τους Βούλγαρους, που ήταν αναμεμιγμένοι, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα 100 κιλά βαμβακοπυρίτιδας και μερικά όπλα. Οι Βούλγαροι δεν σταματούσαν να δημιουργούν επεισόδια εις βάρος του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης, δε δεχόταν να υπακούσουν στις διαταγές του Ελληνικού Φρουραρχείου, συμπεριφερόταν προκλητικά στους Έλληνες αξιωματικούς και βάναυσα σε όλους τους κατοίκους. Συνέπεια ενός τέτοιου επεισοδίου ήταν το κλείσιμο του Γαλλικού ταχυδρομείου όταν ένας Βούλγαρος αξιωματικός πυροβόλησε τους υπαλλήλους επειδή δεν έγιναν δεκτά τα Βουλγαρικά χαρτονομίσματα που έδωσε. Όπως αναφέρει ο Γάλλος δημοσιογράφος Ζαν Λεν, ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης τους αντιπάθησε με μοναδική εξαίρεση τους Ισραηλίτες, οι οποίοι, αρχικά τουλάχιστον, με εντολή του Αυστριακού προξένου, έθεσαν στην διάθεση των Βουλγάρων όλα τα κτίρια που διέθεταν και τα οποία είχαν αρνηθεί στον Ελληνικό Στρατό. Αργότερα και η Ισραηλιτική κοινότητα άλλαξε στάση. Στις 17 Ιουνίου του 1913 οι Βούλγαροι χωρίς να κηρύξουν πόλεμο επετέθησαν εναντίον του Ελληνικού Στρατού. Η Δευτέρα Μεραρχία και η Κρητική Χωροφυλακή επιφορτίσθηκαν με το έργο της εξουδετερώσεως της Βουλγαρικής φρουράς Θεσσαλονίκης. Η Κρητική Χωροφυλακή ανέλαβε να εξουδετερώσει τις διάσπαρτες μέσα στην πόλη εστίες αντιστάσεως των Βουλγάρων, η δε Δευτέρα Μεραρχία την εξουδετέρωση του κυρίως όγκου του Βουλγαρικού Στρατού. Οι Κρητικοί και πάλι διακρίθηκαν. Αναφέρονται μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο υπομοίραρχος Χατζηϊωάννου με το απόσπασμα του, μετά από δίωρη συμπλοκή και έφοδο εξουδετέρωσε και συνέλαβε την φρουρά του Βουλγαρικού Ταχυδρομείου και της Βουλγαρικής Τράπεζας που ήταν στο ξενοδοχείο «Γκράντ Οτέλ». Ο ανθυπασπιστής Εμμανουήλ Τσάκωνας, επικεφαλής του τμήματος του, εξουδετέρωσε την από 24 άνδρες αποτελούμενη φρουρά του Βουλγαρικού προξενείου και το κατέλαβε αμαχητί προσποιούμενος ότι θα το ανατινάξει κρατώντας μπουκάλια με μεταλλικό νερό που οι Βούλγαροι νόμισαν για δυναμίτιδα. Ο ανθυπασπιστής Αβάτζος, επικεφαλής του τμήματος του, ανέλαβε την εξουδετέρωση των Βουλγάρων που είχαν οχυρωθεί στον περίβολο της Αγίας Σοφίας. Σε κάποια στιγμή της μάχης οι Βούλγαροι ύψωσαν λευκή σημαία. Μόλις οι Κρητικοί προχώρησαν για να τους συλλάβουν οι Βούλγαροι πυροβόλησαν ύπουλα εναντίον τους τραυματίζοντας 2 χωροφύλακες. Τότε κάνοντας έφοδο με εφ’ όπλου λόγχη οι Κρητικοί διέλυσαν τους Βουλγάρους συλλαμβάνοντας όλους όσους επέζησαν. Τον Ιούλιο του 1913η Κρητική Χωροφυλακή συγχωνεύθηκε με την Ελληνική. Παρά την συγχώνευση όμως το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της παρέμεινε στη Μακεδονία, ενώ η στολή της δεν άλλαξε. Το 1914 δημιουργήθηκε «τάγμα χωροφυλακής στρατού εκστρατείας», το οποίο αποτελείτο από 4 λόχους και το προσωπικό του ήταν κυρίως έφεδροι χωροφύλακες της Κρητικής Χωροφυλακής. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «μοιραρχία» όταν γίνεται αναφορά σε μονάδα επιπέδου λόχου της χωροφυλακής, ενώ αντίστοιχα χρησιμοποιείται ο όρος «λόχος» όταν γίνεται αναφορά σε ανάλογη μονάδα του τάγματος χωροφυλακής στρατού εκστρατείας.

Δυστυχώς η ειρήνη κράτησε πολύ λίγο. Τον Αύγουστο του 1914 εξεράγη ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να διαπραγματευθεί την έξοδο της στον πόλεμο ώστε σε περίπτωση νίκης να έχει το μέγιστο δυνατό εδαφικό όφελος. Δυστυχώς και οι δύο πλευρές δεν προσέφεραν τίποτε στην Ελλάδα ενώ αντιθέτως της ζητούσαν να θυσιάσει εδάφη της. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1915, αδιαφορώντας για την Ελληνική ουδετερότητα, οι Αγγλογάλλοι προχώρησαν στην κατάληψη της Ελληνικής Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τα σχέδια τους για το Μακεδονικό μέτωπο και κατόπιν αδείας του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου η οποία δώθηκε χωρίς την συγκατάθεση της βουλής. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου Ιταλοί και Γάλλοι κατέλαβαν την Κέρκυρα συγκεντρώνοντας εκεί τα υπολείμματα του Σερβικού στρατού και τη Σερβική κυβέρνηση. Με το τέλος του 1915 είχε γίνει πια φανερό ότι η ουδετερότητα ήταν άπιαστο όνειρο, και ότι η Ελληνική κυριαρχία καταλυόταν μέρα με τη μέρα. Μία ομάδα εγκρίτων πολιτών της Μακεδονίας και αξιωματικών βλέποντας τον κίνδυνο να δώσουν οι σύμμαχοι τη Θεσσαλονίκη και την Ελληνική Μακεδονία στους Σέρβους, αλλά και πιστεύοντας στις ωφέλειες για την Ελλάδα από πιθανή νίκη των Αγγλογάλλων, σκέφθηκε την κήρυξη επαναστάσεως, για την έξοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο υπέρ των δυνάμεων της «Συνεννοήσεως». Η ομάδα αυτή ονομάσθηκε «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης» και την αποτελούσαν οι Δ. Λίγκας, Π. Αργυρόπουλος, Α. Ζάννας, Κ. Αγγελάκης, Ν. Μάνος, Πάζης, Γραικός, Π. Ζυμβρακάκης, θ. Κουτούττης κ.ά. Η αρχηγία δόθηκε στον Ε. Βενιζέλο, ο οποίος όμως για να την αναλάβει έθεσε ως όρο τη συμμετοχή στρατιωτικών μονάδων στο κίνημα, το οποίο επιθυμούσε σε πανελλήνιο επίπεδο και όχι μόνο στη Μακεδονία.

Αρκετοί αξιωματικοί της Κρητικής χωροφυλακής ήταν ήδη μυημένοι στα της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης, όπως για παράδειγμα ο διοικητής της πρώτης μοιραρχίας Ευάγγελος Σαρρής ο οποίος είχε νυμφευθεί στην Θεσσαλονίκη την Καλλιόπη Τάττη (δισέγγονη του φιλικού Κωνσταντίνου Τάττη) και συνδεόταν με συγγενικούς δεσμούς με τον Α. Ζάννα.

Τον Μάρτιο του 1916 οι Γερμανοβούλγαροι με τη σειρά τους άρχισαν να καταλαμβάνουν Ελληνικά εδάφη στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Φυσικά οι Βούλγαροι, μαζί με τους Τούρκους κατοίκους των περιοχών αυτών, ασχολήθηκαν με τα προσφιλή τους σπορ των σφαγών, βιασμών, εμπρησμών και ληστειών εις βάρος του Ελληνικού πληθυσμού. Στην ουσία οι Βούλγαροι, παρά τις χλιαρές αντιρρήσεις των Γερμανών συμμάχων τους, δεν έχασαν την ευκαιρία να αφελληνίσουν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.

Η Θεσσαλονίκη άρχισε να δέχεται ξανά πρόσφυγες. Έλληνες αυτή την φορά. Οι Κρητικοί, αλλά και άλλοι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί, που δεν μπορούσαν να ανεχθούν αυτό το γεγονός, άρχισαν να παρουσιάζονται ως εθελοντές στο στρατό του Σαρράιγ για να πολεμήσουν εναντίον των Βουλγάρων. Το τάγμα χωροφυλακής στρατού εκστρατείας μετεγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Εξαίρεση αποτέλεσε ο 2ος λόχος βρακοφόρων που έμεινε στην Θεσσαλονίκη με διοικητή τον ανθυπομοίραρχο Εμμανουήλ Τσάκωνα.

Το κίνημα της Εθνικής Αμύνης

Στις 21 Μαΐου του 1916 οι Γαλλικές δυνάμεις του Στρατηγού Σαρράιγ επέβαλλαν στρατιωτικό νόμο (παρά τις Αγγλικές διαφωνίες), κατέλαβαν το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, το τηλεφωνείο, τον σιδηρόδρομο, το εργοστάσιο ηλεκτρικού ρεύματος και το εργοστάσιο φωταερίου. Ταυτόχρονα επέβαλλαν λογοκρισία στον τύπο, έκλεισαν δια της βίας 2 εφημερίδες και απέλασαν 5 Έλληνες αξιωματικούς με τους οποίους θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να συνεργασθούν. Τον αρχηγό της χωροφυλακής σ/χη Τρουπάκη, τον διευθυντή αστυνομίας αν/χη Νιδριώτη, τον διοικητή Φρουρίου Θεσσαλονίκης σ/χη Μεσσαλά, τον επιτελάρχη του προηγουμένου αν/χη Γουβέλη και τον αρχηγό πυροβολικού σ/χη Μπουκλάκο. Στην ουσία κάθε έννοια Ελληνικής κυριαρχίας στα καταληφθέντα από τους Συμμάχους Ελληνικά εδάφη είχε καταργηθεί. Ακολούθησαν και άλλα επεισόδια που έδειχναν ότι και οι δύο εμπόλεμοι αδιαφορούσαν τελείως για την ουδετερότητα της Ελλάδας και καθημερινά κατέλυαν την Ελληνική κυριαρχία. Χαρακτηριστικά αναφέρεται τηλεγράφημα του ναυτικού ακολούθου της Γαλλίας αντιπλοιάρχου ντε Ροκφέιγ (Σεπτ. 1916): «Δεν τίθεται ζήτημα ανησυχίας μας δια τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδος διότι ουδέν μένει πλέον εν τη χώρα ταύτη όπερ να μην έχει παραβιασθεί». Τον Απρίλιο του 1916 120.000 Σερβικού Στρατού μεταφέρθηκαν στο Μακεδονικό μέτωπο. Ταυτόχρονα ήρθαν στην Θεσσαλονίκη ο Σέρβος Βασιλιάς και η κυβέρνηση του. Με δεδομένη αυτή την κατάσταση και με ορατό τον κίνδυνο να ανακηρυχθεί η Θεσσαλονίκη από τους Συμμάχους πρωτεύουσα του Σερβικού κράτους, αποφασίσθηκε από την «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης» στις 17 Αυγούστου του 1916η κήρυξη του Κινήματος, για να περισωθεί ό,τι μπορούσε από την Ελλάδα. Αντιπρόσωπος της Κρητικής Χωροφυλακής στην Επιτροπή αυτή ήταν ο μοίραρχος Δ. Κοκκαλάς. Η απόφαση πάρθηκε κυρίως κατόπιν των απειλών του στρατηγού Σαρράιγ για διορισμό Σέρβου νομάρχη στη Θεσσαλονίκη και παρά τις επιφυλάξεις για πιθανές αντιρρήσεις του Ε. Βενιζέλου. Αρχικά ο αν/χης Μαζαράκης προσπάθησε, ανεπιτυχώς όμως, να παρασύρει στο Κίνημα την 11η Μοίρα ορειβατικού πυροβολικού που στρατωνιζόταν στο Μικρό Καραμπουρνού. Όλες οι οργανωμένες μονάδες του Στρατού παρέμειναν πιστές στην κυβέρνηση. Στο Κίνημα προσχώρησαν μόνο μεμονωμένοι αξιωματικοί και οπλίτες. Κυρίως αυτοί που προερχόταν από μονάδες του Τετάρτου Σώματος Στρατού και είχαν νοιώσει την ταπείνωση του να παραδώσουν αμαχητί Ελληνικά εδάφη στους Βουλγάρους. Ευτυχώς για τους κινηματίες η Κρητική Χωροφυλακή κατόρθωσε μόνη της στην ουσία να επικρατήσει στη Θεσσαλονίκη και να εδραιώσει το Κίνημα. Αρκετοί αξιωματικοί της ήταν ήδη μυημένοι στα της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης. Μετά την προκήρυξη της Επιτροπής, πρώτος στασίασε ο 2ος λόχος βρακοφόρων του τάγματος χωροφυλακής στρατού εκστρατείας με διοικητή τον ανθυπομοίραρχο Εμμανουήλ Τσάκωνα. Ακολούθησαν οι μοιραρχίες της Κρητικής Χωροφυλακής. Η πρώτη μοιραρχία με διοικητή τον μοίραρχο Α' τάξεως Ευάγγελο Σαρρή, η δεύτερη μοιραρχία με διοικητή τον μοίραρχο Παυλίδη, η Αστυνομική Διεύθυνση με διοικητή τον ταγματάρχη Πανουσόπουλο κ. ο. κ.. Όλοι οι Αξιωματικοί και οι οπλίτες της Κρητικής Χωροφυλακής συμμετείχαν στο Κίνημα και μάλιστα αυθόρμητα. Ίσως αξίζει να σημειωθεί πως την εποχή του Κινήματος αναφέρεται ότι υπηρετεί ακόμη στην Κρητική Χωροφυλακή και συμμετέχει στο Κίνημα (για άλλους προφανώς λόγους) ο Ιταλός υπομοίραρχος Φαρρούγκιο. Τέλος, ο αντισυνταγματάρχης του ιππικού Επ. Ζυμβρακάκης, από τα ιδρυτικά μέλη της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης (και του κινήματος στο Γουδί), ανέλαβε την ηγεσία των συγκεντρωθέντων κινηματιών και αφού τους οδήγησε στο Γενικό Στρατηγείο, ανακοίνωσε στον Στρατηγό Σαρράιγ ότι οι επαναστάτες τάσσονται κάτω από τις διαταγές του. Ο Βρετανός αξιωματικός Price C. Ward στο έργο του «The Story Of The Salonica Army» γράφει σχετικά, αναφερόμενος στο Κίνημα της «Εθνικής Αμύνης»: «Ο στρατηγός Ssrrail δέχθηκε τις προσφερόμενες υπηρεσίες μια που ήδη είχε την συνήθεια να δέχεται Έλληνες εθελοντές από τότε που οι Βούλγαροι ήρθαν στην Ελλάδα». Στην ουσία, εκτός από την Κρητική Χωροφυλακή και το τάγμα εθελοντών που ήδη υπηρετούσε υπό τις διαταγές των Γάλλων, ελάχιστοι αξιωματικοί και στρατιώτες προσχώρησαν στο Κίνημα. Γράφει σχετικά ο Αλέξανδρος Ζάννας, μέλος της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης: «Η κατάστασις ήταν περίεργη. Εμείς οι επαναστατήσαντες είχαμε καταλάβει ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης στις 17-8-16 βασιζόμενοι στη δύναμη της Κρητικής Χωροφυλακής». Ευτυχώς, η στάση που τήρησε ο Νομάρχης Αθηνογένης και ο Εισαγγελεύς Εφετών, ανάγκασαν τον επιτελάρχη του Γ' Σ.Σ. σ/χη Ν. Τρικούπη να μη δοκιμάσει άμεσα την βίαιη καταστολή του Κινήματος χρησιμοποιώντας τις μονάδες της ενδέκατης Μεραρχίας. Ακολούθησαν ώρες αγωνίας όταν οι επαναστάτες περικύκλωσαν τις νομιμόφρονες μονάδες. Ευτυχώς οι απώλειες από τις σποραδικές συγκρούσεις ήταν μόνο 3 νεκροί και 7 τραυματίες. Την επομένη το μεσημέρι τα Γαλλικά στρατεύματα ανάγκασαν τους πιστούς στον Βασιλιά Έλληνες στρατιώτες να παραδοθούν. Τραγική ειρωνεία. Οι Γαλλικές λόγχες, που με την κατάληψη εδαφών της ουδέτερης Ελλάδας δημιούργησαν και καλλιέργησαν τις συνθήκες για τον Εθνικό διχασμό, εμπόδισαν εκείνη τη στιγμή μια εμφύλια σύρραξη. Ακολούθως, το Κίνημα επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας, την Κρήτη και τα νησιά, με πρωτοστατούντες αξιωματικούς της Κρητικής Χωροφυλακής, όπως ο μοίραρχος Βούρος, στη Βέροια. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Κρητική Χωροφυλακή έδωσε την δυνατότητα στον Ε. Βενιζέλο να βγει στον πόλεμο στο πλευρό των Αγγλογάλλων και δεν επέτρεψε να γίνει η Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα Σλαβικού Βασιλείου. Για μία ακόμη φορά μετά τον Μακεδονικό αγώνα, τα παιδιά της Κρήτης, υπακούοντας στη φωνή της συνειδήσεως τους, προάσπισαν την Ελληνικότητα της Μακεδονίας. Δεν έχω στη διάθεση μου στοιχεία για την μετέπειτα δράση της Κρητικής Χωροφυλακής, ούτε γνωρίζω πότε σταμάτησε να έχει ιδιαίτερη" στολή. Υπάρχει όμως φωτογραφία αποσπάσματος Κρητικής Χωροφυλακής, αμέσως μετά τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο έχει το τιμητικό καθήκον να φρουρεί το Πατριαρχείο Κων/πόλεως.