Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   casino   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Κλασική εποχή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ελληνική Ιστορία

Κυκλαδικός πολιτισμός
Μινωικός πολιτισμός
Μυκηναϊκός πολιτισμός
Γεωμετρική εποχή
Αρχαϊκή εποχή
Κλασική εποχή
Ελληνιστική εποχή
Βυζαντινή περίοδος
Οθωμανική περίοδος
Νεότερη Ελλάδα
Σχετικά
Αρχαία ελληνική γραμματεία
Ελληνική γλώσσα
Ονομασίες Ελλήνων

Η κλασική εποχή (500 π.Χ.-323 π.Χ.) είναι μία περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, η οποία ονομάστηκε έτσι λόγω των υψηλών επιτευγμάτων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στο χώρο του πολιτισμού.

Πίνακας περιεχομένων

Τα ιστορικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής

Ο 5ος και ο 4ος αιώνας π.Χ. είναι η εποχή της ακμής των πόλεων και της αύξησης της ισχύος του βασιλείου της Μακεδονίας αντίστοιχα. Ο 5ος αιώνας είναι ο αιώνας της σταθερότητας, καθώς όλος ο ελληνικός κόσμος οργανώνεται σε συμμαχίες γύρω από το δίπολο Αθήνα-Σπάρτη. Ο 4ος αιώνας είναι ο αιώνας της πολυδιάσπασης των δυνάμεων του ελληνικού κόσμου (με τη σπαρτιατική, έπειτα τη θηβαϊκή ηγεμονία και στη συνέχεια τη Β’ αθηναϊκή συμμαχία), με αποτέλεσμα την αστάθεια, τις συχνές περσικές παρεμβάσεις αλλά και τη διαμόρφωση της πανελλήνιας ιδέας, με κύριο εκπρόσωπο τον Ισοκράτη, ο οποίος αναζητούσε έναν ισχυρό ηγεμόνα για να συνενώσει τους Έλληνες εναντίον των Περσών. Τότε διατυπώθηκε και η άποψη περί μίας ‘εξέχουσας προσωπικότητας’ που άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση της μοναρχίας επί του συστήματος πολιτικής οργάνωσης των πόλεων. Ας σημειωθεί ότι η ελληνική συνείδηση είχε διαμορφωθεί ήδη την πρώιμη αρχαϊκή εποχή. Πρώτη γραπτή μαρτυρία, ο όρος πανέλληνες που απαντάται στον Ησίοδο, περί το 700 π.Χ.

Μορφές διακρατικών σχέσεων

Την περίοδο αυτή συναντούμε την ανάπτυξη όλων των μορφών διακρατικών σχέσεων μεταξύ των ελληνικών κρατών, τόσο πολιτικών όσο και θρησκευτικών ενώσεων. Συνήφθησαν, λοιπόν:

  • διμερείς συνθήκες, με επίσημη ονομασία ‘συνθήκη’
  • πολυμερείς συμμαχίες
  • συνοικισμοί πόλεων
  • ομοσπονδιακά κράτη και
  • θρησκευτικές ενώσεις, με κατ’ εξοχήν την αμφικτιονία των Δελφών.

Πιο σημαντικές ήταν οι πολυμερείς ενώσεις διότι συνένωναν μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού χώρου και ήταν πιο αποτελεσματικές από οργανωτική άποψη, όπως π.χ. η Α’ αθηναϊκή συμμαχία.

Αυξημένη χρήση γραπτού λόγου

Από το τέλος των περσικών πολέμων έχουμε ευρεία χρήση του γραπτού λόγου: στην τραγωδία, στην αύξηση του αριθμού των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών. Καθιερώθηκε, ακόμη, η αποτύπωση του εθνικού ονόματος στον οπισθότυπο των νομισμάτων. (Το εθνικό όνομα παραγόταν από τοπωνύμια ή από ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές.) Συνέβαλε η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και οι πολυμερείς σχέσεις. Οι πολιτικές συνθήκες οδήγησαν στην ανάπτυξη καινούργιων ειδών γραπτού λόγου, όπως η αττική πεζογραφία και το δράμα. Νέα είδη του γραπτού λόγου και η ιστοριογραφία, δημιούργημα της πρώιμης κλασικής περιόδου, το δοκίμιο, η βιογραφία, το μυθιστόρημα. Επιστήμες αναπτύσσονται, π.χ. η ιατρική. Τα θέματα του δράματος είναι σύγχρονα γεγονότα και καταστάσεις (π.χ. η Μιλήτου άλωσις, οι Πέρσαι) και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Ηρόδοτος συγγράφει την ιστορία των περσικών και ο Θουκυδίδης αυτήν του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Ξενοφώντας συνεχίζει τη διήγηση του Θουκυδίδη μέχρι το 362 π.Χ. Η πολιτική φιλοσοφία ασχολείται με ζητήματα πολιτικής πράξης και θεωρίας. Οι ρήτορες εκφωνούν λόγους για πραγματικά ζητήματα της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης.

Οι πηγές για την κλασική εποχή

Περσικοί πόλεμοι

Σύγχρονες των γεγονότων των περσικών πολέμων πηγές είναι τα επιγράμματα του Σιμωνίδη από την Κέα και η τραγωδία του Αισχύλου Πέρσαι (472 π.Χ.). Μεταγενέστερες πηγές είναι ο Ηρόδοτος, το έργο του οποίου ‘Ιστορίαι’ έχει μεγάλη ιστορική αξία. Γεννήθηκε περίπου το 485 π.Χ. στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, έπειτα κατέφυγε στη Σάμο και στην Αθήνα, όπου βρισκόταν σίγουρα την περίοδο 446-445 π.Χ., όταν ανέγνωσε δημόσια τμήματα του έργου του, και στη συνέχεια πήγε στην αποικία των Θουρίων, που ιδρύθηκε το 444/3 π.Χ., όπου και μάλλον πέθανε περίπου το 425π.Χ. Στο έργο του περιέγραψε τη σύγκρουση Ελλήνων και Περσών μέχρι την κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες (479 π.Χ.) Ο Κικέρων τον αποκάλεσε πατέρα της ιστορίας. Τα εννέα βιβλία του έργου έχουν τα ονόματα των εννέα Μουσών. Κεντρική ιδέα του έργου του Ηροδότου είναι η αντιπαλότητα Ελλήνων και Περσών, Ευρώπης και Ασίας. Η ιστορική του συγγραφή βασιζόταν στην αυτοψία, την προσωπική έρευνα και την προφορική παράδοση, πληροφορίες, δηλαδή, που έπαιρνε από πρόσωπα με γνώση των γεγονότων. Ταξίδεψε στον Εύξεινο Πόντο, τη Μικρά Ασία, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Και για τα γεγονότα του δευτέρου ημίσεως του 6ου π.Χ. αιώνα. Πληροφορίες για τους περσικούς πολέμους έχουμε και σε δύο βίους του Πλουτάρχου, τον ‘Αριστείδη’ και το ‘Θεμιστοκλή’.

Πεντηκονταετία 479-431

Για την πεντηκονταετία 479-431 έχουμε ελάχιστες σύγχρονες ιστορικές πηγές, π.χ. τις Ευμενίδες (458 π.Χ.), που εξυμνούν τον Άρειο Πάγο ως θεσμό. Μεταγενέστερες ιστορικές πηγές είναι η ιστορική αναδρομή που προτάσσει της περιγραφής του πολέμου ο Θουκυδίδης και μία σύντομη ιστορική σύνθεση στο διόδωροΔιόδοτο, όπως και οι βίοι ‘Κίμων’ και ‘Περικλής’ του Πλουτάρχου.

Πελοποννησιακός πόλεμος

Για την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου, σύγχρονη πηγή αποτελεί το έργο του Θουκυδίδη Ολόρου Αλιμούσιου, που είναι δημιουργός της θεματικής ιστορίας. Δεν είναι παγκόσμια, όπως αυτή του Διόδωρου ή του Ηροδότου. Ο Θουκυδίδης θεμελίωσε την ιστοριογραφία ως επιστήμη. Γεννήθηκε το 460-454 π.Χ. και πέθανε περί το 400 π.Χ. εξελέγη στρατηγός το 424/3 π.Χ. και το χειμώνα του 424 π.Χ. στάλθηκε με στόλο στο βόρειο Αιγαίο. Τότε, ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας κατέλαβε την Αμφίπολη, υπεύθυνος για τη φύλαξη της οποίας ήταν ο Ευκλής. Ο Θουκυδίδης δεν πρόλαβε να βοηθήσει και γι’ αυτό εξορίστηκε από την Αθήνα για 20 έτη. Έζησε στα ορυχεία που είχε υπό την κατοχή του στο Παγγαίο, στην περιοχή Σκαπτή Ύλη. Συνέγραψε το ιστορικό του έργο και επέστρεψε στην Αθήνα το 403 π.Χ. μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Το έργο του αποτελείται από 8 βιβλία. Στο πρώτο κάνει μία αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού, των οποίων κάνει μία γενική περιγραφή. Δεν ολοκλήρωσε το έργο του, το οποίο εξιστορεί τα γεγονότα μέχρι το χειμώνα του 411 π.Χ. Ήταν ο πρώτος που ακολούθησε μία χρονική αφήγηση των γεγονότων, η οποία στηρίζεται στη διαίρεση κάθε έτους σε θέρος, την περίοδο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Μάρτιος-Οκτώβριος), και χειμώνα. Στο έργο του περιλαμβάνει πολλές δημηγορίες και διαπραγματεύσεις. Το έργο του Θουκυδίδη το συμπλήρωσε ο Ξενοφών Γρύλλου Ερχιεύς, που γεννήθηκε περί το 430/425 π.Χ. και πέθανε στην Κόρινθο μετά το 355 π.Χ. έλαβε φιλοσοφική μόρφωση ως ‘μαθητής’ του Σωκράτη, ήταν ο συμπλήρωμα του διανοούμενου και του στρατιώτη. Το 401 π.Χ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία των Μυρίων και το 396 π.Χ. συνόδευσε το Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο στη Μικρά Ασία και έπειτα στην Ελλάδα για να πολεμήσει εναντίον των Αθηνών στη μάχη της Κορώνειας. Πιθανώς μετά από αυτό τον κατηγόρησαν και εξορίστηκε από την Αθήνα. Το 367 π.Χ. τον ανακάλεσαν και πέθανε μετά το 355 π.Χ. στην ?. Τη συνέχεια των γεγονότων μετά από τα περιγραφόμενα στο Θουκυδίδη την κάλυπτε και ένα άλλο ιστορικό έργο το όνομα του συγγραφέα του οποίου δεν παραδίδεται και είναι συμβατικά γνωστό με την ονομασία Ελληνικά, Οξυρύγχου. Ίσως, ο συγγραφέας του να είναι ο Αθηναίος Κρα///ος. Στις πηγές για τον Πελοποννησιακό πόλεμο συγκαταλέγονται και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και ένα ανώνυμο πολιτικό κείμενο με προπαγανδιστικό κατά της δημοκρατίας χαρακτήρα με τον τίτλο Αθηναίων Πολιτεία, που αποδίδεται στον ψευδο-Ξενοφώντα. Ακόμη λόγοι ρητόρων, όπως, ο Λυσίας, ο Ανδοκίδης, ο Αντιφών. Μεταγενέστερες πηγές είναι οι βίοι του Πλουτάρχου ‘Περικλής’, ‘Νικίας’, ‘Αλκιβιάδης’, ‘Λύσανδρος’.

Ο 4ος αιώνας π.Χ.

Πηγές σύγχρονες για τον 4ο αιώνα είναι τα Ελληνικά, ο Αγησίλαος (ιστορική βιογραφία 398-361 π.Χ.) και η Κύρου Ανάβασις (η εκστρατεία του Κύρου εναντίον του αδερφού του Αρταξέρξη Β’) του Ξενοφώντα, τα Ελληνικά της Οξυρύγχου (411-386). Ακόμη, πολιτικοί λόγοι ρητόρων, όπως ο Λυσίας, ο Ισοκράτης, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης, που αναφέρονται στην εσωτερική και στην εξωτερική πολιτική κατάσταση. Ο Δημοσθένης (384-322) ήταν φανατικός αντίπαλος του Φιλίππου του Β’ και υποστήριζε με σθένος τις θέσεις του, στους οξείς Φιλιππικούς και Ολυνθιακούς του. Κυνηγημένος κατέφυγε στο ναό του Ποσειδώνα στην Καλαύρεια όπου και αυτοκτόνησε με κώνειο. Στις μεταγενέστερες πηγές ανήκει ο Διόδωρος, βιβλία 15-17, και ορισμένοι βίοι του Πλουτάρχου ‘Πελοπίδας’, ‘Λύσανδρος’, ‘Δημοσθένης’, ‘Αγησίλαος’, ‘Αρταξέρξης’.

Η βασιλεία του Αλέξανδρου Γ'

Αναφορικά με το Αλέξανδρο Γ', είναι απορίας άξιο ότι δεν έχουν σωθεί έργα σύγχρονα για το πρόσωπό του, παρά μόνο λίγα αποσπάσματα από το έργο του Καλλισθένη ‘Πράξεις Αλεξάνδρου’. Μεταγενέστερες πηγές είναι ο ομώνυμος βίος του Πλουτάρχου και η Ανάβασις του Αρριανού, που αντλούν και οι δύο πληροφορίες από την καταγραφή των γεγονότων κατά την εκστρατεία, τις λεγόμενες ‘εφημερίδες’, οι οποίες δε σώθηκαν και με τις οποίες ήταν επιφορτισμένοι (?) ο Ευμένης και ο διόδος από την Ερυθραία. Ο Πλούταρχος αφηγείται το θάνατο και το μεταφέρει από εφημερίδες?. Οι σύγχρονες πηγές είναι επιγραφές και πάπυροι, όχι γραμματειακές πηγές. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Αλέξανδρος ήταν ένας μύθος εν ζωή, δύο μυθιστορήματα αποδίδονται στον Καλλισθένη, του Κλειτάρχου 310 π.Χ. (?), υπήρχαν λαϊκές παραδόσεις τις οποίες μας παραδίδει ο Διόδωρος, ενώ στο τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα έχουμε τη συγγραφή του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου. Γραμματειακές πηγές για τον Αλέξανδρο είναι μόνο οι γραμματειακές, το 17ο βιβλίο του Διόδωρου του Σικελιώτη, ο βίος του Πλουτάρχου ‘Αλέξανδρος’, η Αλεξάνδρου Ανάβασις του Φλάβιου Αρριανού.

Η Ιωνική Επανάσταση (500/499-494-3)

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: Ιωνική Επανάσταση

Άμεση σχέση με τους Περσικούς πολέμους έχει η Ιωνική Επανάσταση. Ήδη από περίπου το 545 π.Χ. οι ιωνικές πόλεις ανήκαν σε μία σατραπεία της περσικής αυτοκρατορίας. Το 500/499 π.Χ. έγινε η εξέγερση, με αφετηρία τη Μίλητο και τον τύραννο της πόλης Αρισταγόρα και γρήγορα επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας και την Κύπρο, όπου εγκαθιδρύθηκαν δημοκρατικά καθεστώτα(?). Ο Αρισταγόρας ζήτησε βοήθεια από την Ελλάδα και επισκέφθηκε το χειμώνα του 500/499 ή 499/498 π.Χ. το Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Α’ μάταια. Τελικά, βοήθεια έστειλαν οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς, 20 και 5 πλοία αντίστοιχα. Οι δυνάμεις αυτές ηττήθηκαν το 498 π.Χ. στην Έφεσο και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το 494 π.Χ. η Μίλητος αλώθηκε από τους Πέρσες και εντός του 493 π.Χ. η περσική κυριαρχία αποκαταστάθηκε. Το 492 π.Χ. ο Μαρδόνιος εκστράτευσε ανεπιτυχώς στη Μακεδονία. Αδύνατη η επιτυχία λόγω του συσχετισμού δυνάμεων και αυτός ήταν ο λόγος της ανάληψης των επιθετικών εκστρατειών εναντίον της Ελλάδας.

Οι περσικοί πόλεμοι

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: Περσικοί πόλεμοι

Την περίοδο αυτή στην Ελλάδα, ισχυρότερη δύναμη ήταν η Σπάρτη, ως ηγεμών της Πελοποννησιακής συμμαχίας, ενώ, παράλληλα, στην Αθήνα ανερχόμενη πολιτική δύναμη ήταν οι αντιπερσικοί πολιτικοί, με κυριότερο το Θεμιστοκλή Νεοκλέους Φρεάρριο. Ο Θεμιστοκλής ήταν άρχων το 493/2 π.Χ. και τότε υποστήριξε τη ναυπήγηση στόλου και την επάνδρωση των πλοίων με θήτες. Ευτυχής συγκυρία ήταν ότι το 493 π.Χ., ο Μιλτιάδης ο νεότερος φοβούμενος τον περσικό κίνδυνο επέστρεψε στην Αθήνα. Το 490 π.Χ. έλαβε χώρα η πρώτη περσική εκστρατεία, με δύο Πέρσες αρχηγούς, το Δάτη αρχηγό του στρατού και τον Αρταφέρνη του στόλου. Πέρασαν και υπέταξαν τη Νάξο, την Κάρυστο, την Ερέτρια (που καταλήφθηκε με προδοσία και επανιδρύθηκε και η αποφασιστική σύγκρουση έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. στο Μαραθώνα, όπου πανδημεί οι Αθηναίοι με το Μιλτιάδη στην ανώτατη διοίκηση, ο οποίος είχε επισκιάσει και τον πολέμαρχο Καλλίμαχο, για τον οποίο θεσμό είναι η τελευταία φορά που έχουμε κάποια πληροφορία. Μόνοι τους οι Αθηναίοι μαζί με τους Πλαταιείς κατάφεραν να νικήσουν την περσική δύναμη, αφού οι Σπαρτιάτες έφθασαν κατόπι. Σχετικό επίγραμμα για τους Αθηναίους νεκρούς της μάχης έγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος. Η αποφασιστική αναμέτρηση έγινε στη θάλασσα. Ήδη το 493/2 με την προτροπή του Θεμιστοκλή άρχισε η ναυπήγηση νέων πλοίων με τα χρήματα από τα μεταλλεύματα του Λαυρίου. Ο νέος στόλος, αποτελούμενος από 180 νέες τριήρεις και από 100 παλιές πεντηκόντορους, που καθιστούσε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στην Ελλάδα, ήταν έτοιμος το 481 π.Χ. Το ίδιο έτος οι αντιπερσικές ελληνικές δυνάμεις συνέπηξαν την ελληνική συμμαχία των περσικών πολέμων, γνωστοί από τον Ηρόδοτο με το όνομα ‘οι Έλληνες’. Ο Ξέρξης ο Α’ τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας, που ξεκίνησε από τις Σάρδεις, πέρασε τον Ελλήσποντο και έθεσε υπό την κυριαρχία του τη Μακεδονία, προχώρησε χωρίς να συναντήσει αντίσταση, αφού η Θεσσαλία και η Θήβα είχαν μηδίσει και συγκρούστηκε στις Θερμοπύλες μαζί με 4.000 Πελοποννήσιους, εκ των οποίων οι 300 Σπαρτιάτες, και 3.000 από στρατιωτικά τμήματα από τη Λοκρίδα και τη Φωκίδα καθώς και Θεσπιείς. Τελικά μετά την προδοσία από το Εφιάλτη από τη Μαλίδα, στη θέση παρέμεινα 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς οι οποίοι και ηττήθηκαν. Οι Αθηναίοι εκκένωσαν την πόλη τους. Η τελική αναμέτρηση δόθηκε στη θάλασσα, στη Σαλαμίνα, όπου έγινε ναυμαχία που τελείωσε με νίκη του ελληνικού στόλου. Ο Ξέρξης διά ξηράς πήγε στην Ασία και αρχηγός του στρατού έμεινε ο Μαρδόνιος. Την άνοιξη του 479 π.Χ. ο Μαρδόνιος εισέβαλε στην Αττική(/) και η τελική μάχη στις Πλαταιές, τέλη του 479 π.Χ., έληξε με νίκη των Ελλήνων. Αυτό ήταν και το τέλος των επιθετικών πολέμων των Περσών. Οι 31 πόλεις που συμμετείχαν στον αντιπερσικό συνασπισμό, αφιέρωσαν στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ένα χρυσό τρίποδα που υποβασταζόταν από τρεις χάλκινους όφεις. Τον τρίποδα τον έλιωσαν αργότερα οι Φωκείς, διασώθηκε, όμως, η στήλη των όφεων, η οποία μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου και βρίσκεται σήμερα. Τον Αύγουστο 479 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωτυχίδης νίκησε τον περσικό στόλο στη Μυκάλη και ο Ξάνθιππος πολιόρκησε και κατέλαβε τη Σηστό το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Το 480 π.Χ. στην Ιμέρα της βόρειας Σικελίας σημειώθηκε μία σημαντική νίκη των Ελλήνων υπό τον Γέλωνα τύραννο των Συρακουσών επί του Καρχηδόνιου Α…

Η "χρυσή" πεντηκονταετία (479-431)

Αλλά οι στρατιωτικές περσικές βάσεις παρέμενα στην Ηιόνα και στο Δωρίσκο και μικρότερες φρουρές σε άλλα σημεία του βορείου Αιγαίου. Για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας χρειαζόταν επιθετικοί πόλεμοι. Η Σπάρτη ήταν μία συμβατική δύναμη που διέθετε μόνο ισχυρό στρατό και δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις. Οι τελευταίες κοινές επιχειρήσεις των Σπαρτιατών με τους υπόλοιπους Έλληνες ήταν εναντίον του Βυζαντίου (478) και στην Κύπρο (478). Το φθινόπωρο του 478/7 ιδρύθηκε η Α’ Αθηναϊκή συμμαχία. Για μία πεντηκονταετία, ο ευδιάκριτος ανταγωνισμός Αθήνας -Σπάρτης και η ισορροπία δυνάμεων οδήγησε σε σχετική ειρήνη. Οι σημαντικότερες εξελίξεις έλαβαν χώρα στην Αθήνα. Επρόκειτο για πολιτικές εξελίξεις, επί μέρους αλλαγές του πολιτικού συστήματος που είχε εισηγηθεί ο Κλεισθένης. Κατ’ αρχάς, το 487/6 π.Χ. άλλαξε ο τρόπος εκλογής των αρχόντων. Ενώ ως τότε εκλέγονταν απευθείας από την εκκλησία, τώρα προηγούνταν εκλογή των υποψηφίων ανάμεσα στους οποίους γινόταν κλήρωση. Η δεύτερη αλλαγή είναι οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, αρχηγού των δημοκρατικών, το 462/1 π.Χ. με τις οποίες αφαιρέθηκαν οι πολιτικές αρμοδιότητες από τον Άρειο Πάγο και αυξήθηκε ο έλεγχος των αρχόντων με τρεις νέους θεσμούς, μετά την έγκριση της εκκλησίας του δήμου. Οι εύθυνοι ήταν μία επιτροπή της βουλής όπου καλούνταν για απολογία ο υπό κατηγορία άρχοντας, οι λογισταί εκλέγονταν από την εκκλησία για να (?) διαχειρίζονται τα χρήματα και οι θεσμοθέται για δίκη στο δικαστήριο. Ο έλεγχος των αρχόντων γινόταν εκ των προτέρων μέσω της δοκιμασίας και μέσω της εισαγγελίας, μήνυσης για παράβαση καθήκοντος. Στον Άρειο Πάγο έμειναν μόνο οι δίκες φόνου και η .. ηθικού χαρακτήρα. Τον Εφιάλτη, μετά τη δολοφονία του, διαδέχθηκε στην ηγεσία της παράταξης των δημοκρατικών ο Περικλής, ο οποίος καθιέρωσε τη μισθοδοσία των αξιωματούχων (π.χ. βουλευτών, στρατηγών) και το 457 π.Χ. χορηγήθηκε το δικαίωμα κλήρωσης στους εννέα άρχοντες και στους ζευγίτες. Εκκλησιαστικός μισθός το 403 π.Χ. (?)ένας ή περισσότεροι οβολοί. Τα αξιώματα για 500 ήταν οι ταμίαι της Αθηνάς, οι στρατηγοί και οι Ελληνοταμίαι, που διαχειρίζονταν τα οικονομικά της συμμαχίας. Το 478/7 ιδρύθηκε η Α’ Αθηναϊκή συμμαχία, που περιλάμβανε τις παράλιες πόλεις και τα νησιά του βορείου Αιγαίου, της Προποντίδας ως το Βυζάντιο, των ακτών της Μικράς Ασίας και, στη μεγάλη της ακμή, της νότιας Μικράς Ασίας ως την Παμφυλία. Επίσης όλα τα νησιά του Αιγαίου και του βορειοανατολικού Αιγαίου. Κατά τη διάρκεια των ετών 478/7 έως 405/4 σημειώθηκαν αυξομειώσεις στο μέγεθος της συμμαχίας. Η Αθήνα επανέφερε στη συμμαχία όσες πόλεις είχαν αποστατήσει, κάτι που δε θα συνέβαινε στη Β’ αθηναϊκή συμμαχία. Τις αρχές της οργάνωσης της συμμαχίας τις πληροφορούμαστε από το Θουκυδίδη (Α, 96-97). Του συμμαχικού στρατού ηγήθηκε ο Κίμων, ο οποίος κατάφερε να εκδιώξει τους Πέρσες από την Ηιόνα και έλεγξε ολόκληρο το Αιγαίο. Αποκατέστησε την ασφάλεια του πλου, απαλλάσσοντας π.χ. τη Σκύρο από τους πειρατές των οποίων ήταν βάση. Επεξέτεινε τη συμμαχία ως την Παμφυλία και έως το 476 π.Χ. μετά τη μάχη στον Ευρυμέδοντα, έφτασε στο ανώτατο όριο επιτυχίας της Αθήνας. Αν δε συνέβαινε η αποστασία της Θάσου το 465 π.Χ. δε γνωρίζουμε τι άλλο ήταν σε θέση να πράξει ο Κίμωνας, το 463 π.Χ. επανήλθε (?) αλλά?. Παράλληλα, έχουμε μία μεταβολή στο χαρακτήρα της συμμαχίας, λόγω δύο γεγονότων. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ταμείου της συμμαχίας από τη Δήλο στην Ακρόπολη της Αθήνας, το 454 π.Χ. όταν ο αθηναϊκός στόλος είχε εγκλωβιστεί στο Νείλο?. Το 450 π.Χ. συμφωνήθηκε η Καλλίειος ειρήνη στη βάση του ισχύοντος status quo. Μετά από αυτά τα δύο γεγονότα, η συμπεριφορά των Αθηναίων έλαβε ηγεμονικό χαρακτήρα, ταμείο φόροι συμμάχων. Από το 454 π.Χ. σώζονται οι φορολογικές στήλες. Το 1/60η Αθήνα από τους όρους των συμμάχων (?) μνα από του ταλάντου. Και στον Πελοποννησιακό πόλεμο δεν υπήρξε σύμμαχος πόλη που να αποστάτησε και να μην έχει ξαναγυρίσει στη συμμαχία, η οποία έληξε το 405 π.Χ.

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: Πελοποννησιακός πόλεμος

Στον Πελοποννησιακό πόλεμο έλαβε μέρος μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου, ενώ προηγήθηκαν γεγονότα τα οποία προκάλεσαν την αντίδραση της Σπάρτης. Τρεις ήταν οι αφορμές για την έναρξη του πολέμου: Τα κερκυραϊκά: το 435 π.Χ. σημειώθηκα στάση στην Επίδαμνο, αποικία των Κ… και το 433 π.Χ. συμφωνήθηκε επιμαχία Αθήνας-Κέρκυρας. Τα Ποτειδαιακά: το 433 π.Χ. ζήτησαν να μη δέχονται … το 432 π.Χ. η Ποτείδαια αποστάτησε από την αθηναϊκή συμμαχία υποκινούμενη από τον Περδίκ{κ}α. Το μεγαρικό ψήφισμα του 432 π.Χ. με το οποίο απαγορεύθηκε στους Μεγαρείς να πωλούν προϊόντα στα λιμάνια των μελών της συμμαχίας. Αίτιο κατά το Θουκυδίδη ήταν το δέος της Σπάρτης προς της Αθήνα. Η περίοδος 431-421 ονομάζεται Αρχιδάμειος πόλεμος, από το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου του Β’, και έληξε με την ισορροπία ωφελειών και απωλειών και από τις δύο πλευρές όπως αυτήν αποτυπώθηκε στη Νικίειο ειρήνη, η οποία συμφωνήθηκε παρά τη θέληση Κορινθίων και Βοιωτών και αποδείχθηκε προσωρινή. Ένα ασήμαντο γεγονός επηρέασε το συσχετισμό δυνάμεων. Η Σικελική εκστρατεία του 415 π.Χ. με στρατηγούς το Νικία, το Λάμαχο και τον Αλκιβιάδη, που στάλθηκαν για βοήθεια της Έγεστας και των Λεοντίνων εναντίον των Συρακουσών. Η εκστρατεία διήρκησε τα έτη 415-413 π.Χ. κατά τη διάρκεια των οποίων συνέβησαν πολλά γεγονότα και έληξε με την πανωλεθρία της Αθήνας και την ολοσχερή καταστροφή του αθηναϊκού στρατού. Το 413 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς κατέλαβε τη Δεκέλεια και η πολιτική δύναμη της Αθήνας αποδυναμώθηκε, κάτι που οδήγησε στην αποστασία πολλών πόλεων το διάστημα 413-411 π.χ. Γι’ αυτό ο πόλεμος μεταφέρθηκε στο βόρειο και βορειοανατολικό Αιγαίο. Παρόλη την εξασθένηση της αθηναϊκής ισχύος δε γνωρίζουμε ποια θα ήταν η έκβαση του πολέμου αν δε συναπτόταν η συμμαχία Σπάρτης-Περσίας. Στην Αθήνα συνέβη μία σύντομη πολιτική μεταβολή: στις 7 Ιουνίου 411 π.Χ. συνέβη ένα ολιγαρχικό πραξικόπημα, που επέβαλε την ολιγαρχική διακυβέρνηση, γνωστή ως … 400, μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η πλήρης αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος έγινε το 410 π.Χ. με τη νίκη του Αλκιβιάδη και του αθηναϊκού στόλου στην Κύζικο, οπότε και οι θήτες ζήτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. 4 Φεβρουαρίου 411 π.Χ. (?) τρεις διαφορές συνθήκης συμμαχίας Σπάρτης και Περσικής αυτοκρατορίας. Οικονομική υποστήριξη στον κατά θάλασσα πόλεμο το χρησιμοποίησε αυτό αποτελεσματικά ο Λύσανδρος, το 407 π.Χ. ο Κύρος έγινε γενικός διοικητής, σατράπης Μικράς Ασίας, Ο κύρος προσκάλεσε το Λύσανδρο. Τον Αύγουστο 406 π.Χ. έλαβε χώρα η ναυμαχία των Αργινουσών, στην οποία νίκησαν οι Αθηναίοι και σκοτώθηκε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Καλλικρατίδας, βυθίστηκαν 70 πλοία μαζί με 1400 άνδρες. Έξι Αθηναίοι στρατηγοί καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μετά τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς, δεν ήταν δυνατή η μεταφορά δημητριακών ούτε από ξηρά, λόγω του Άγι, ούτε από θάλασσα. Το θέρος του 404 π.Χ. συμφωνήθηκε ειρήνη με τους εξής όρους: να κατεδαφισθούν τα Μακρά τείχη, να παραδώσουν οι Αθηναίοι το στόλο τους εκτός από 12 πλοία, να επιστρέψουν οι πολιτικοί εξόριστοι και να ακολουθούν οι Αθηναίοι τους Σπαρτιάτες στις εκστρατείες. Επίσης, ο Λύσανδρος επέβαλε στην Αθήνα τη διακυβέρνηση των τριάκοντα και στις υπόλοιπες πόλεις δεκαρχίες και σπαρτιατική φρουρά στην α(?)κρόπολη. Όμως, ο δημοκρατικός Θρασύβουλος μαζί με άλλους εξόριστους δημοκρατικούς κατέλαβαν δήμους φρούρια της Αττικής, π.χ. τη Φυλή, και είτε με στρατολογήσεις είτε με εφήβους κατάφεραν να νικήσουν τους τριάκοντα. Τότε, ο Παυσανίας και δύο έφοροι σε αντίθεση με το Λύσιππο υποστήριξαν την πολιτική συμφιλίωσης με παροχή αμνηστίας και για τις δύο πλευρές. Το φθινόπωρο του 403 π.Χ., οπότε και αποφασίστηκε η χρήση του ιωνικού αντί του αθηναϊκού αλφαβήτου, η σειρά και η ισχύς των γραμμάτων του οποίου παραμένει η ίδια ως και σήμερα.

Πληθυσμιακές εξελίξεις στη Σπάρτη

Η ιστορική εξέλιξη της Σπάρτης επηρέασε την στρατιωτική ικανότητα της πόλης.

Πληθυσμός πόλης Έτος Πηγή 8.000 480 Ηρόδοτος περίπου 3500 418 Θουκυδίδης περίπου 2500 394 Ελληνικά 1500 371 Ελληνικά 700 περ. μέσα 3ου π.Χ. αιώνα ‘Άγις’

Κατά την αρχαιοελληνική παράδοση, ο Λυκούργος με την κατανομή κλήρων δημιούργησε ένα σώμα 9000 πολιτών. Το αίτιο της μείωσης του αριθμού των πολιτών κατά την κλασική εποχή δεν είναι γνωστό. Ίσως, η εξέλιξη αυτή να σχετίζεται με τον τρόπο μεταβίβασης της γης εκτός του πλαισίου του κληρονομικού νόμου. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή (άγνωστο πότε) κατέστη δυνατή και με άλλους τρόπους, πέραν του κληρονομικού, η μεταβίβαση γης. Οι αλλαγές οδήγησαν σε απώλεια γης και σε αδυναμία συμμετοχής στα συσσίτια και απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Το 424 π.Χ., ο Βρασίδας είχε στη διάθεσή του 1000 μισθοφόρους και 700 είλωτες με οπλιτικό οπλισμό, κάτι που έγινε για πρώτη φορά τότε. Όσοι από αυτούς τους είλωτες επέζησαν απελευθερώθηκαν το 421 π.Χ., με τη Νικίειο ειρήνη και είναι γνωστοί ως ‘βρασίδειοι’. Το 421 π.Χ. για πρώτη φορά μαρτυρείται ο όρο ‘νεοδαμώδεις’, οι οποίοι στο εξής χρησιμοποιούνται σε μακρινές στρατιωτικές επιχειρήσεις ή σε φρουρές. Ήταν είλωτες που απελευθερώθηκαν και συμπλήρωναν το στρατό, εφόσον πληρούσαν τις ανάλογες φυσικές προϋποθέσεις, μετά από ταχεία στρατιωτική προετοιμασία. Το 400-395 π.χ. ο στρατός της Σπάρτης στη Μικρά Ασία περιλάμβανε νεοδαμώδεις. Η σημαντική μείωση του αριθμού των πολιτών εξηγεί και την ήττα του σπαρτιατικού στρατού στα Λεύκτρα.

Η σπαρτιατική ηγεμονία

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: Σπαρτιατική ηγεμονία

Η σπαρτιατική ηγεμονία είναι μία περίοδος της κλασικής εποχής της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από το τέλος του πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων (371), κατά την οποία η πόλη της Σπάρτης ήταν η κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο των ελληνικών πόλεων, τις οποίες ηγεμόνευε.

Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, μετά τη μάχη των Αιγός ποταμών, ο Λύσανδρος έθεσε υπό τον έλεγχό του το χώρο της Α’ αθηναϊκής συμμαχίας, κάτι που οδήγησε στην υπογραφή ειρήνης τον επόμενο χρόνο. Η ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού κόσμου ήταν πλέον η Σπάρτη.

Τα έτη 400-395 ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Ιωνία για την υπεράσπιση των ελληνικών πόλεων από τους σατράπες των Σάρδεων, Τισσαφέρνη, και του Δασκυλείου, Φαρνάβαζο, διότι ο τελευταίος απαιτούσε οι ελληνικές πόλεις της περιοχής να του καταβάλλουν φόρο, κάτι που θα σήμαινε την υπαγωγή τους στην περσική διοίκηση.Εν τω μεταξύ, στην ηπειρωτική Ελλάδα ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος. Το 395 π.Χ. δημιουργήθηκε ένας αντισπαρτιατικός συνασπισμός με την οικονομική υποστήριξη της Περσίας, αποτελούμενος από το Άργος, την Κόρινθο, την Αθήνα και τη Θήβα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση του στρατού του Αγησιλάου από την Ιωνία. Το 394 π.Χ. δόθηκε μία ναυμαχία στην Κνίδο που οδήγησε στην ήττα του σπαρτιατικού από τον αθηναϊκό στόλο, με συνέπεια η Σπάρτη να μην ελέγχει πλέον το Αιγαίο. Ήταν το πρώτο γεγονός που έδωσε στην Αθήνα τη δυνατότητα να επανέλθει στο Αιγαίο και να ασκήσει πολιτική επιρροή στην περιοχή, αφού αποδεσμεύθηκε από τη συνθήκη του 404 π.Χ. και άρχισε να ανακτά την πολιτική της ισχύ. Το τέλος του πολέμου ήλθε με την Ανταλκίδειο ειρήνη ή ειρήνη του βασιλέως (φθινόπωρο του 387 π.Χ.), που επικυρώθηκε την άνοιξη του 386 π.Χ., που συμφωνήθηκε μεταξύ του Αρταξέρξη Β’ και του Σπαρτιάτη ναυάρχου Ανταλκίδα και ανακοινώθηκε στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων από τον Τισσαφέρνη. Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης: οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μαζί με τις Κλαζομενές και η Κύπρος ανήκαν πλέον στον Αρταξέρξη οι υπόλοιπες πόλεις ήταν αυτόνομες, εκτός από τη Λήμνο, τη Σκύρο και την Ίμβρο, που αναγνωρίστηκαν ως αθηναϊκές κληρουχίες. Η Σπάρτη ανέλαβε την επίβλεψη της τήρησης των όρων. Η αυτονομία κάθε πόλης δεν επέτρεπε πλέον τη δημιουργία ευρύτερων συνασπισμών. Έτσι, μετά την άνοιξη του 386 π.Χ. η Σπάρτη διέλυσε το κοινό των Βοιωτών και εγκατέστησε ένα ολιγαρχικό καθεστώς και μία σπαρτιατική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη της Θήβας. Το 382 π.Χ. η Σπάρτη κινήθηκε εναντίον του κοινού των Χαλκιδέων που είχε ως κέντρο την Όλυνθο. Ο Ολυνθιακός πόλεμος (382-379) έληξε με τη διάλυση του κοινού των Χαλκιδέων. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να μεταβάλλονται. Το Δεκέμβριο του 379 π.Χ. δημοκρατικοί Θηβαίοι εκδίωξαν τη σπαρτιατική φρουρά από την Καδμεία. η Θήβα, λοιπόν, ήταν η πρώτη πόλη στην οποία σημειώθηκε προσπάθεια με σκοπό να ελευθερωθεί και η υπόλοιπη Βοιωτία. Ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα σε Βοιωτούς και Σπαρτιάτες, καθώς η Σπάρτη δεν αναγνώριζε τους Θηβαίους ως εκπρόσωπο του κοινού των Βοιωτών, πόλεμος ο οποίος έληξε με τη συντριπτική ήττα της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ., που σήμανε και τη ληξη της σπαρτιατικής ηγεμονίας.

Η θηβαϊκή ηγεμονία

Με τον όρο θηβαϊκή ηγεμονία εννοούμε την επέκταση της πολιτικής επιρροής της Θήβας εκτός των ορίων της Βοιωτίας. Η επίτευξη της ηγεμονίας προϋπόθετε την ανασύσταση της βοιωτικής ομοσπονδίας, κάτι που έλαβε χώρα την περίοδο 379-371 με την απελευθέρωση των βοιωτικών πόλεων. Οι κατευθύνσεις της θηβαϊκής πολιτικής. Ήδη από το 370 π.Χ. όλη η κεντρική Ελλάδα (Εύβοια, Φωκίς, Λοκρίς, Μαλίς, Αιτωλία, Ακαρνανία) από τη Βοιωτία στο νότο ως την Ακαρνανία στο βορρά ήταν σύμμαχος της Θήβας. Μεταξύ των Θηβαίων που απελευθέρωσαν την πόλη από τη Σπάρτη ήταν ο Πελοπίδας και ο Επαμεινώνδας, οι οποίοι ως βοιωτάρχαι (όρος αντίστοιχος του στρατηγού) επιχείρησαν ο Πελοπίδας προς βορρά και ο Επαμεινώνδας προς νότο. Στόχος των επιχειρήσεων του Πελοπίδα ήταν ο περιορισμός της ισχύος του τυράννου των Φερών Αλέξανδρου και η ανασύσταση του κοινού των Θεσσαλών. Η πρώτη εκστρατεία του Επαμεινώνδα ήταν και από τις σημαντικότερες. Ήδη μετά τη μάχη στα Λεύκτρα ανασυστάθηκε το κοινό των Αρκάδων και σημειώθηκαν κινήματα εναντίον της Σπάρτης. Ο Επαμεινώνδας με το στρατό του προέλασε κατά μήκος του Ευρώτα λεηλατώντας τη Λακωνία, κάτι που είχε ως άμεση συνέπεια την ίδρυση ανεξάρτητου μεσσηνιακού κράτους με κέντρο τη Μεσσήνη το 369 π.Χ. και τον περιορισμό της Σπάρτης στη Λακωνία, εντός των ορίων της πριν την κατάκτηση της Μεσσηνίας. Ο Επαμεινώνδας πραγματοποίησε και άλλες δύο επιχειρήσεις και σε μία τελευταία εκστρατεία το 362 π.Χ. που έγινε για λόγους σχετικούς με τους Αρκάδες, στη μάχη της Μαντινείας νίκησε, αλλά πέθανε. Ο θάνατος του Επαμεινώνδα σήμανε το τέλος της Θηβαϊκής ηγεμονίας που εξακολουθούσε να είναι ισχυρό κράτος αλλά περιορίστηκαν σημαντικά οι εκστρατείες που πραγματοποίησε εκτός της Βοιωτίας. Το 364 π.Χ. (?) ο Πελοπίδας σε μία μάχη στις Κυνός Κεφαλές νίκησε τον αντίπαλο στρατό αλλά σκοτώθηκε.

Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία

Μετά τη μάχη της Κνίδου η Σπάρτη απώλεσε τον έλεγχο του Αιγαίου κάτι που διευκόλυνε την επάνοδο των Αθηναίων μέσω προσπαθειών αποκατάστασης των φιλικών σχέσεων με τις πόλεις και τα νησιά που ήταν μέλη της Α’ αθηναϊκής συμμαχίας. Αρχικά, πραγματοποιήθηκαν διμερείς συμφωνίες από το 384 π.Χ. και εξής. Η πρώτη συμφωνία έγινε με τη Χίο και σώζεται η επιγραφή της, η οποία περιέχει και τον όρο της αυτονομίας και της ελευθερίας. Ο αρχικός πυρήνας της Β’ αθηναϊκής συμμαχίας ήταν οι πόλεις εκείνες που είχαν υπογράψει διμερή συνθήκη με την Αθήνα (Χίος, Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Ρόδος, Βυζάντιο, Θήβα). Καθορίστηκαν οι αρχές λειτουργίας της συμμαχίας και η Αθήνα κάλεσε και τα άλλα ελληνικά κράτη να συμμετάσχουν. Σώζεται το μήνυμα του Αριστοτέλη, με το οποίο καλούνται και οι υπόλοιπες πόλεις για διεύρυνση της συμμαχίας. Σε μαρμάρινη στήλη αναγραφόταν οι όροι της συμμαχίας και στη συνέχεια τα ονόματα των κρατών που την αποτελούσαν. Χαρακτηριστικό είναι ότι περιλαμβανόταν και ο όρος για την ελευθερία και την αυτονομία κάθε πόλης, που αναφερόταν στην εξωτερική πολιτική και στην εσωτερική διοίκηση, για να μη προσκρούει στους όρους της Ανταλκιδείου ειρήνης. Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία εκτεινόταν στον ίδιο σχεδόν χώρο με την πρώτη, δεν περιλάμβανε, όμως, τις πόλεις που κατά την Ανταλκίδειο ειρήνη υπάγονταν στην περσική διοίκηση. Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία συρρικνώθηκε μετά το Β’ συμμαχικό πόλεμο που σημειώθηκε λόγω της αποστασίας της Ρόδου της Χίου και του Βυζαντίου (357-355 π.Χ.). Μετά το τέλος του πολέμου η συμμαχία συρρικνώθηκε στο 1/3 του χώρου που κατείχε. Ό, τι απέμεινε απωλέσθηκε με τη μάχη στη Χαιρώνεια, σύμφωνα με την ειρήνη που ακολούθησε την ανεπιτυχή για τους Αθηναίους έκβαση της οποίας, καταλυόταν η συμμαχία και η Αθήνα διατηρούσε μόνο τις κληρουχίες της. Οι διαφορές της Α’ από τη Β’ αθηναϊκή συμμαχία ήταν οι εξής: στη Β’ λειτουργούσε πάντα το συνέδριο των συμμάχων και παράλληλα η εκκλησία του αθηναϊκού δήμου, σε διπλή λειτουργία. Δεν υπήρχε ετήσιος τακτικός φόρος, αλλά η σύνταξις, ένας θεσμοθετημένος τρόπος, … Δεν επιτρεπόταν σε Αθηναίους η κατοχή γης ή η παραμονή στρατού στα στρατόπεδα των συμμάχων. Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία, λοιπόν, είχε συγκροτηθεί στη βάση της ισοτιμίας.

Τα ομοσπονδιακά κράτη

Ήταν μία μορφή κρατικής οργάνωσης που για πρώτη φορά συναντάται στην ελληνική αρχαιότητα με παλαιότερο το βοιωτικό κοινό. Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν την οργάνωση αυτή με τους όρους: έθνος, κοινόν, συμπολιτεία ή χρησιμοποιώντας το εθνικό όνομα. Τα κοινά αυτά προέκυψαν εξελικτικά. Το γενικό σχήμα ήταν το εξής: υπήρχε μία κεντρική κυβέρνηση από τους αντιπροσώπους των πόλεων και τα εδάφη του ομοσπονδιακού κράτους διαιρούνταν εδαφικά σε επιμέρους γεωγραφικές ενότητες και η βάση των ομοσπονδιακών κρατών, οι πόλεις που το αποτελούσαν. Κάθε πόλη είχε τους δικούς της θεσμούς που συνυπήρχαν με αυτούς της κεντρικής κυβέρνησης. Οι σημαντικότεροι θεσμοί του κεντρικού κράτους: επικεφαλής ήταν ένα μονοθέσιο αξίωμα με πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, που συνήθως ονομαζόταν στρατηγός, αλλά υπάρχουν και άλλες ονομασίες (π.χ. οι βοιωτάρχαι του βοιωτικού κοινού). Υπήρχαν επίσης ένας ίππαρχος, ένας ναύαρχος και ένας γραμματεύς. Κατά κανόνα υπήρχε μία βουλή με προβλεπτικές αρμοδιότητες και μία πρωτοβάθμια συνέλευση. Ακόμη, υπήρχαν ομοσπονδιακοί νομογράφοι, που καταρτίζανε και αναθεωρούσαν τους νόμους, ομοσπονδιακό δικαστήριο, ομοσπονδιακός στρατός, ομοσπονδιακό ταμείο, ομοσπονδιακό νόμισμα που έφερε επιγραφή του εθνικού ονόματος. Κέντρο κάθε κοινού ήταν η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης πού, συνήθως, ήταν και θρησκευτικό κέντρο. Γνώρισμα των κοινών είναι η ύπαρξη διπλού πολιτικού δικαιώματος, π.χ. Αιτωλός εκ Καλυδώνος. Το παλαιότερο ήταν το βοιωτικό κοινό, που δημιουργήθηκε περί το 525/520 π.Χ., καταλύθηκε το 386 π.Χ. και ανασυστάθηκε το 378 π.Χ. Μέχρι το 386 π.Χ. είχε μία ομοσπονδιακή βουλή και όχι πρωτοβάθμια συνέλευση, με επικεφαλής έντεκα βοιωτάρχας, δικαστήριο κά(?). Μετά την ανασύστασή του το 378 π.Χ. είχαμε μεταβολές, αφού υπήρχε πλέον πρωτοβάθμια συνέλευση αλλά όχι βουλή και ο αριθμός των βοιωταρχών μειώθηκε σε επτά.

Οι αμφικτιονιες

ο Δε γνωρίζουμε πολλά για την οργάνωση των αμφικτιονιών, αλλά έχουμε πολλές πληροφορίες για την αμφικτιονία των Πυλών και Δελφών, η οποία είχε δύο θρησκευτικά κέντρα: το ένα ήταν το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στις Πύλες και το άλλο ήταν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ήταν σημαντικό για τους εξής λόγους λόγω του ιερού, που ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα είχε μεγάλη σημασία ενεπλάκη σε δύο ιερούς πολέμους, τον τρίτο και τον τέταρτο σώθηκαν οι λογαριασμοί της οικονομικής διαχείρισης της ανοικοδόμησης του ναού που καταστράφηκε το 373? π.Χ. Αρχικά, η αμφικτιονία απλωνόταν γύρω από τις Πύλες και ήταν γνωστή ως αμφικτιονία των Πυλών. Αργότερα, εντάχθηκαν και οι Δελφοί στην αμφικτιονία, η οποία πλέον περιλάμβανε εντός των ορίων της το ιερό του Απόλλωνα και μετονομάστηκες σε αμφικτιονία των Πυλών και των Δελφών. Ίσως αμέσως μετά τον Α’ ιερό πόλεμο. Μία αμφικτιονία ήταν μία θρησκευτική ένωση κρατών που βρίσκονταν γεωγραφικά γύρω από ένα ή περισσότερα ιερό/ά. Ήταν ευρύτατες και δεν είχαν πολιτικό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως της εμπλοκής του σε δύο πολέμους. Η λέξη έχει δύο γραφές εκ των οποίων και οι δύο μαρτυρούνται στην αρχαιοελληνική παράδοση: αμφικτιονία (που προέρχεται από την πρόθεση αμφί και τη ρίζα κτι- [=κατοικώ], π.χ. τα μέλη της αμφικτιονίας ονομάζονταν περικτίονες) και αμφικτυονία (από τη μυθολογική παράδοση, τον Αμφικτύονα). Το γεγονός ότι η αμφικτιονία των Δελφών και των Πυλών είχε δώδεκα έθνη μέλη (Ανατολική και Δυτική Λοκρίδα, Φωκείς, Θεσσαλοί, Δωριείς, Ίωνες της Αττικής και της …, Βοιωτοί, Μαλιείς, Αχαιοί, Μάγνητες, Αινιάνες και η πόλη των Δελφών) και όχι πόλεις δείχνει ότι ήταν μία παλαιά αμφικτιονία. Το κάθε μέλος έστελνε δύο αντιπροσώπους στο αμφικτιονικό συνέδριο, αποτελούμενο από 24 αντιπροσώπους, οι οποίοι ονομάζονταν ιερομνήμονες και διαχειρίζονταν τα οικονομικά της συμμαχίας. Μεταβολή στη σύσταση του συνεδρίου επήλθε το 346 π.Χ., όταν οι Φωκείς αποβλήθηκαν από την αμφικτιονία και οι δύο θέσεις δόθηκαν στο Φίλιππο.

Το βασίλειο της Μακεδονίας

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε: Μακεδονικό βασίλειο

Η εσωτερική ανασυγκρότηση και η πολιτική της εξάπλωση της εξωτερικής επιρροής του μακεδονικού βασιλείου έλαβε χώρα κατά τη βασιλεία του Φίλιππου Β’ (359-336 π.Χ.). Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής του Φιλίππου είναι τα εξής: Μόλις ανήλθε στο θρόνο, προχώρησε στην ανασυγκρότηση του κράτους, βελτίωση των οικονομικών, την αναδιοργάνωση του στρατού, την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας, που είχαν ως αποτέλεσμα η Μακεδονία πολύ γρήγορα να γίνει η ισχυρότερη δύναμη στην Ελλάδα. Άμεση σύνδεση με εξωτερική πολιτική που ήταν επιτυχής προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι κύριες κατευθύνσεις της εξωτερικής του πολιτικής και το περιεχόμενο της εξωτερικής του πολιτικής έχει ως εξής: ι) προς βορειοδυτικά, το 358 π.Χ. εκστράτευσε στην Παιονία, την περιοχή, δηλαδή, εκατέρωθεν του άνω ρου του Αξιού ποταμού, νίκησε το βασιλιά των Παιόνων, Λύμπειο(?), το 355 π.Χ. ξανά εκστράτευσε εναντίον των Παιόνων και κατέστησε υποτελή το βασιλιά του Λύμπειο. Διασφάλισε, λοιπόν, τα βόρεια κα βορειοδυτικά όρια του βασιλείου του. Το θέρος του 3.8 π.Χ. νίκησε τους Ιλλυριούς που είχαν εισβάλει στην Άνω (=Δυτική) Μακεδονία. ιι) με την πολιτική του προς τα παράλια του κράτους του και ιιι) ανατολικά του Στρυμώνα έπληξε ζωτικά συμφέροντα της Αθήνας διότι το βόρειο Αιγαίο (από τη Μεθώνη και την Πύδνα μέχρι τον Ελλήσποντο) ήταν πεδίο επιρροής της Αθήνας, αφού οι πόλεις-κράτη της περιοχής του βορείου Αιγαίου ήταν μέλη της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας. ιν) νότια της Μακεδονίας, στην Ελλάδα. Εντός του 338 π.Χ. αμέσως μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια, ο Φίλιππος κάλεσε όλα τα ελληνικά κράτη να στείλουν αντιπροσώπους στην Κόρινθο για να συζητήσουν και να διαμορφώσουν τους όρους μιας γενικής ειρήνης για την Ελλάδα. [Αυτή αποδιδόταν με τον όρο κοινή ειρήνη και ήταν μία πολυμερής συνθήκη συμμαχίας, φαινόμενο του 4ου π.Χ. αιώνα. Η πρώτη κοινή ειρήνη ήταν η Ανταλκίδειος, αφού πρώτη αυτή ίσχυσε για όλες τις πόλεις και έπρεπε να επικυρωθεί από τις ισχυρότερες πόλεις.] Οι όροι δείχνουν σε τι απέβλεπε ο Φίλιππος. Όλες οι συνθήκες κοινής ειρήνης έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά: υπάρχουν σε αυτές όροι ελευθερίας και αυτονομίας για όλους, ενώ στις πριν από το 338 π.Χ. δεν υπήρχε συνέδριο αντιπροσώπων, κάτι που δεν οφείλεται στο χαρακτήρα της συνθήκης αλλά στο ότι συνήφθη παράλληλα και συνθήκη συμμαχίας του Φιλίππου με όλα τα ελληνικά κράτη. Το χειμώνα του 338 π.Χ. στην Κόρινθο οι συγκεντρωμένοι, με τον επίσημο τίτλο ‘οι Έλληνες’, επεξεργάστηκαν τους όρους, οι οποίο ήταν οι εξής: αυτονομία όλων των πόλεων και ειρήνη. Όποιες διαφορές ανέκυπταν θα επιλύονταν από το συνέδριο. Ένας άλλος όρος απαγόρευε την πειρατεία κάτι που εξασφάλιζε την ελευθερία του θαλάσσιου εμπορίου και συνδέεται με τον όρο γενική ειρήνη. Εάν σημειωνόταν επίθεση ενός κράτους εναντίον ενός άλλου, έπρεπε να όλα τα άλλα μέλη να προστρέξουν σε βοήθεια εκείνου που δεχόταν την επίθεση. Οι αποφάσεις του συνεδρίου ήταν δεσμευτικές για όλα τα μέλη, χωρίς να επικυρωθούν από τα κράτη-μέλη. Το συνέδριο ήταν υπεύθυνο για την επίβλεψη των όρων της κοινής ειρήνης. Δε συμμετείχε (πού;) ο Φίλιππος γιατί ως ηγεμών του συνεδρίου είχε το δικαίωμα σύγκλησής του. Το καθένα από τα ελληνικά κράτη που εκπροσωπούνταν είχαν αριθμό ψήφο ανάλογο με το μέγεθος του στρατού που μπορούσε να προσφέρει. Μεταξύ των όρων κάποιο αποσκοπούσαν στην εσωτερική σταθερότητα μεταξύ των ελληνικών κρατών, ενώ άλλες διατάξεις απαγόρευαν ενέργειες που συνέβαιναν σε περιπτώσεις πολιτικών ταραχών και αλλαγής της ισχύουσας πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης (παράνομες εκτελέσεις, εξορίες, δημεύσεις περιουσιών. Απαγορευόταν και ο αναδασμός της γης, η αποκοπή των χρεών και η απελευθέρωση δούλων). Ακόμη, ένας όρος ανέφερε ότι κανένας δεν επιτρεπόταν να επιχειρήσει να ανατρέψει το βασιλιά Φίλιππο ή το διάδοχό του από το θρόνο του. Εάν αξιολογήσουμε τους όρους παρατηρούμε ότι αποσκοπούν: 1) στην ειρήνευση της Ελλάδας, την επικράτηση ασφάλειας και σταθερότητας και 2) στη συνένωση της Ελλάδας υπό την ηγεμονία του Φιλίππου, με τρόπο ώστε αφ’ ενός να υπάρχει ένας θεσμός που να αντιμετωπίζει κάθε ενδεχόμενη μορφή διατάραξης (συνέδριο) και αφ’ ετέρου να ενοποιηθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις του ελληνικού κόσμου, μ έναν απώτερο στόχο, που δεν είχε διατυπωθεί. Το συνέδριο συγκλήθηκε για δεύτερη φορά το Φεβρουάριο του 337 π.Χ. στην Κόρινθο και αποφασίστηκε η διεξαγωγή πολέμου εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας και η ανάθεση στο Φίλιππο του τίτλου του στρατηγού αυτοκράτορα, τίτλος ο οποίος απονεμόταν σε στρατηγούς ελληνικών πόλεων, συχνά στην Αθήνα, και σήμαινε την απόλυτη, πλήρη εξουσιοδότηση να ενεργήσει κατά την κρίση του χωρίς να απευθύνεται στο δήμο.