Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   casino   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Καλαρρύτες Ιωαννίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Οι Καλαρρύτες βρίσκονται στις δυτικές πλαγιές της γεωτεκτονικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο.

Πίνακας περιεχομένων

Γεωγραφία

Θέση

Οι Καλαρρύτες βρίσκονται στις δυτικές πλαγιές της γεωτεκτονικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο, σε υψόμετρο 1200 μ. Εντάσσονται γεωγραφικά στην περιοχή των Τζουμέρκων. Το κύριο στοιχείο της περιοχής είναι οι ορεινοί όγκοι που περιβάλλουν την κοινότητα, δηλαδή του Περιστερίου (Λάκμος) 2285 μ. και των Τζουμέρκων (Αθαμανικά όρη) 2429 μ. Οι Καλαρρύτες είναι κτισμένοι στο χείλος της απότομης χαράδρας που καταλήγει στον ποταμό Καλαρρύτικο, σε υψόμετρο 1200 μ. Απέναντι, στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται η πλαγιά που ονομάζεται Πουλιάνα. Αν το βλέμμα στραφεί προς τα νότια, θα δει τα βουνά των Τζουμέρκων μέχρι το χωριό Πράμαντα. Η τοποθεσία βόρεια και πάνω από την κοινότητα ονομάζεται Μπάρος (2285 μ.). Είναι η περιοχή με τα οροπέδια και τα ορεινά βοσκοτόπια που ενώνει τη Θεσσαλία με την Ήπειρο. Στα βορειοδυτικά των Καλαρρυτών βρίσκεται το Συρράκο, που σε ευθεία γραμμή νομίζει κανείς ότι είναι πολύ κοντά, ενώ τους δύο οικισμούς χωρίζει η απόκρημνη χαράδρα του Καλαρρύτικου ποταμού.

Πρόσβαση – αποστάσεις

Για να φτάσουμε στους Καλαρρύτες έχουμε τρεις επιλογές :

Από τα Ιωάννινα – 56 χιλ. 1 ½ ώρα Ιωάννινα – Πετροβούνι – Παλαιοχώρι – Κηπίνα – Καλαρρύτες. (Τον πρώτο δρόμο από τα Γιάννενα προς τους Καλαρρύτες διάνοιξε ο Αλή πασάς, ο οποίος παραθέριζε εκεί λόγω του καλού κλίματος και των προσωπικών σχέσεων που είχε με τους προύχοντες της κοινότητας).

Από την Άρτα – 82 χιλ. 1 ¾ ώρες Άρτα – Γραμμενίτσα – Πιστιανά – Ροδαυγή – Πλατανούσα – Μονολίθι – Άγναντα – Πράμαντα – Κηπία – Καλαρρύτες.

Από την Καλαμπάκα της Θεσσαλίας – 96 χιλ. 2 ½ ώρες Μουργκάνι – Καστανιά – Ασπροπόταμος – Ανθούσα – Αυχένας Μπάρου (1900 μ.) – Καλαρρύτες. (Ο οδικός άξονας από Θεσσαλία είναι και ο λόγος εγκατάστασης των πρώτων κατοίκων της περιοχής, που κατέλαβαν τις οχυρές θέσεις και έκαναν οικισμούς. Οι χαράδρες των παραποτάμων του Αράχθου αποτελούν τις διόδους επικοινωνίας της Ηπείρου με τη Θεσσαλία.)

Οι δρόμοι, ασφαλτοστρωμένοι από τα Ιωάννινα και την Άρτα, είναι ανοιχτοί όλο το χρόνο. Από τη Θεσσαλία ο δρόμος είναι ανοιχτός από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Τα 25 τελευταία χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος, ο οποίος κλείνει το χειμώνα από τα χιόνια και τις βροχές και εξυπηρετεί κυρίως τους κτηνοτρόφους.

Υπάρχουν τέσσερις θέσεις στις οποίες οι επισκέπτες μπορούν να αφήνουν τα αυτοκίνητά τους : Στη θέση Γκόντρο, στην ανατολική είσοδο του χωριού Στη θέση Τσιόρα, στις ΒΑ παρυφές του χωριού Στη θέση Άργι, στη ΒΔ πλευρά Στη θέση Πλάκα, δυτικά

Προτιμήστε, αν και είναι λίγο μακρύτερα από την πλατεία, την τέταρτη από τις παραπάνω θέσεις. Η απρόσμενη θέα του Συρράκου εκπλήσσει πολύ ευχάριστα.

Κλίμα – Φύση

Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από τον ψυχρό ως δριμύ και παρατεταμένο χειμώνα, σύντομη άνοιξη και από θερμό, πλούσιο σε βροχές καλοκαίρι, με παρατεταμένο φθινόπωρο. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι το ξηρό, χωρίς καθόλου υγρασία, κλίμα τους. Το ιδιαίτερο κλίμα της περιοχής ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιας χλωρίδας και πανίδας. Η κοινότητα βορειοανατολικά περιβάλλεται από μεγάλες εκτάσεις με ποώδη και θαμνώδη βλάστηση, τα λεγόμενα «στεπόμορφα λιβάδια», τα γνωστά σε όλους βοσκοτόπια.

Χλωρίδα

Οι απόκρημνες πλαγιές της χαράδρας του Καλαρρύτικου ποταμού και της Παυλιάνας είναι χαρακτηριστικές της ιδιαίτερης φύσης των Καλαρρυτών. Ο τόπος γύρω από την κοινότητα, κυρίως στα νότια και νοτιοανατολικά, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία από αυτοφυή δάση ελάτης και δάση από καρποφόρα δέντρα, αειθαλή η φυλλοβόλα : βαλανιδιές, κουμαριές, κερασιές ή αγριοκερασιές, φουντουκιές, μουριές, κουτσουπιές, φλαμουριές (φιλύρες), πλατάνια και ξηροπλατάνια, άγριες βαλανιδιές (άρμπορα), ρόμπολα ή μαλόκεντρα, πιτιτσέλια, καρυδιές, τσάπουρνες (από τον καρπό τους φτιάχνεται τσίπουρο) αλλά και αναρριχώμενα όπως κισσός, αγιόκλημα, αγριοτριανταφυλλιές, ιντερούασα ή αράχνη και με θαμνοειδή φυτά όπως η βατομουριά, το πουρνάρι, η ντρόγκα, το στριγκουάνι (σαν τον καπνό, πικρό σαν δηλητήριο), η λιπτούκα (δηλητηριώδες φυτό), η μαυραγκαδιά (από τους καρπούς της γίνεται κομπολόι). Ποικιλία φυτών με μικρή ανάπτυξη, στον ίσκιο των μεγάλων δέντρων, παρατηρείται σε όλες τις πλαγιές, όπως τα κόκκινα μανιτάρια, ο σπίντζος και το σαλέπι, η άγρια μέντα, το τσάι και το ψωμί του κούκου, το θρούμπι και η ρίγανη, τα μούσκλια και το σκορπίδι (χορτάρι που βγαίνει στον τοίχο και χρησιμοποιείται σε τσίμπημα σκορπιού). Μανουσάκια και άγρια ορχιδέα, αμάραντος και άσπρα ή κόκκινα κρινάκια, φτέρες, κουκουτσέλι και ζαμπάκια, όταν ανθίζουν γεμίζουν την περιοχή με ιδιαίτερη μυρωδιά και χρώμα και ολοκληρώνουν το οικοσύστημα της χλωρίδας των απόκρημνων πλαγιών των Καλαρρυτών. Αν σας αρέσουν τα λουλούδια ζητήστε να σας οδηγήσουν στον τόπο που φυτρώνει ο κίτρινος «βασιλικός», ο οποίος μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια, αφού αποξηρανθεί. Η διαχρονικότητα της χλωρίδας των Καλαρρυτών είναι χαρακτηριστική, καθώς περιγράφεται περίπου με τον ίδιο τρόπο από τους περιηγητές Γ. Λήκ (W. Leak) και Φ. Κ. Πουκεβίλ ( F. C. Pouqueville) που επισκέφθηκαν το χωριό 200 χρόνια πριν. Χαρακτηριστικό επίσης γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι τα καθαρά κρυστάλλινα νερά, που έχουν πηγές μέσα στο ίδιο το χωριό ή λίγο πιο πάνω από αυτό και πέφτουν με ορμή και δυνατό θόρυβο προς τη φυσική τους κατάληξη, τον ποταμό Καλαρρύτικο ή Χρούσια. Στις πηγές τους έχουν χτιστεί περίκαλλες παραδοσιακές βρύσες. Στα κηπάρια των σπιτιών, με τη λίγη γη, καλλιεργούνται ανάλογα με την εποχή όλων των ειδών τα κηπευτικά και χορταρικά – ζόχια, πουρτσέλια, ουράκλια, ραδίκια, νάνες, αλεπρίλι – και άλλα που χρησιμοποιούνται στις νόστιμες χορτόπιτες, άγριο σπαράγγι (μπουρντένα) και πικρό σπαράγγι (οβριές). Τα καλοκαίρια οι κάτοικοι δροσίζονται στη σκιά της αναρριχώμενης Ζαμπέλας, κληματαριάς που συναντάμε σχεδόν σε κάθε αυλή της κοινότητας. Παλιότερα στα βόρεια και ανατολικά της κοινότητας καλλιεργούσαν κριθάρι και σιτάρι που το άλεθαν στους μύλους, που υπήρχαν και υπάρχουν στην κοινότητα αλλά και κοντά στις όχθες του ποταμού. Καστανιές, πλατάνια και καρυδιές είναι τα δέντρα που βρίσκονται μέσα αλλά και στις παρυφές των Καλαρρυτών. Μουριές και φλαμουριές συμπληρώνουν τη βλάστηση καθώς επίσης και τα φημισμένα για τη γεύση και τη μυρωδιά τους τσάι και ρίγανη που τα βρίσκουμε κοντά στα εξωκλήσια της Αγίας Παρασκευής και του Προφήτη Ηλία.

Πανίδα

Πτηνά : Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία πτηνών. Πολλά πτηνά είναι μέρος της άγριας πανίδας της περιοχής : κοτσύφια και πέρδικες, μπεκάτσες και τσαλαπετεινοί, ξηροκόκοτες και μπουφοτσίνια, Τζάνες, τσίτσιδες και πετροχελίδονα, καρδερίνες (στραγαλίνες), ορτύκια (πίσπουρδες), τσίχλες, κίσσες, σταυραετοί και γεράκια, αερογάμηδες (είδος γερακιών), σουσουράδες ή κωλοσούσες (γκαναβουστρίνια), σιταρήθρες και συκοφάγοι, γυπαετοί και άλλα.

Ζώα : Λύκοι και αγριόγατες, αλεπούδες και ασβοί, αρκούδες και λαγοί, άλογα και μουλάρια για μεταφορές, αγελάδες και γίδες συμβιώνουν στον περιβάλλοντα χώρο. Σήμα κατατεθέν της κοινότητας είναι το πρόβατο με την ονομασία μπούτσικο, το οποίο είναι καλαρρυτινή ποικιλία, προστατευόμενη και επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ερπετά : Στην κατηγορία των ερπετών τα φίδια της περιοχής έχουν τη δική τους ποικιλία. Η οχιά του λιβαδιού συμπεριλαμβάνεται ως σπάνιο στο κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων σπονδυλόζωων της Ελλάδας. Η βιδρογαλιά, ο αστρίτης και οι σαγρές, τα σαλιγκάρια (κοχλιοί), οι σαύρες και οι σαλαμάνδρες ενδημούν στην κοινότητα, μάλιστα σε μεγάλες ποσότητες.

Ψάρια : η καλαρρυτινή, με κόκκινες βούλες πέστροφα του Καλαρρύτικου ποταμού, είναι ένα από τα δέκα είδη ιχθυοπανίδας που ζούν στην περιοχή, όπως και στους κοντινούς Ματσουκιώτικα και Μελισσουργιώτικο ποταμούς. Στα μέσα του 2005 το ποτάμι εμπλουτίστικε με γόνους πέστροφας ίδιας ποικιλίας για τουριστική αλιεία. Η πέστροφα είναι μέρος της διατροφής των κατοίκων της περιοχής για πάνω από 200 χρόνια. (Ο περιηγητής W. Leak αναφέρει, το 1805, ότι οι κάτοικοι ψάρευαν την πέστροφα πετώντας άσβηστο ασβέστη που μεθούσε το ψάρι, οπότε αυτό ανέβαινε στην επιφάνεια, τακτική που σήμερα φυσικά είναι απαγορευμένη.)

Ιστορία

Αρχαιολογικά κατάλοιπα

Οι δίοδοι επικοινωνίας με τη Θεσσαλία ήταν και η αιτία που τούτος ο τόπος κατοικήθηκε από τους αρχαίους χρόνους ως σήμερα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι, από την εποχή του χαλκού, κάτοικοι βρέθηκαν σε αυτή την περιοχή. Στην αρχαιολογική θέση Άβατος, που βρίσκεται Β.Α. των Καλαρρυτών στην απόκρημνη πλαγιά από την πλευρά του ποταμού Καρλίμπου, παραπόταμου του Καλαρρύτικου, έχουν βρεθεί λείψανα τείχους αρχαίας μικρής πόλης. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη της Αθαμανίας Άκανθα/ος. Διακρίνονται επίσης μια πύλη και πύργος. Έξω από το τείχος διατηρείται θεμέλιο ορθογώνιου κτιρίου με διαστάσεις 13,5 x 11 μ. με μεσοτοιχία και συλημένο (από τις αρχές του 20ου αιώνα) νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους, γεγονός που δείχνει μόνιμη εγκατάσταση ανθρώπων με οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Στο ψηλότερο σημείο του Άβατου σώζεται μικρή ωοειδής δεξαμενή. Το 1917 βρέθηκε χάλκινο άγαλμα βοός, στο δε αρχαιολογικό μουσείο Ιωαννίνων παραδόθηκε χέρι χάλκινου ειδωλίου. Η απόσταση από την κοινότητα είναι περίπου 1 ώρα βάδην. Ο αρχαιολογικός χώρος δεν είναι οργανωμένος και η πρόσβαση είναι δύσκολη, αν δεν διαθέτει κανείς υπομονή και επιμονή για τον εντοπισμό των αρχαιολογικών κατάλοιπων.

Χρονολόγιο

10ος – 12ος αι. Ημινομαδική εγκατάσταση βλαχόφωνου ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή των Καλαρρυτών.

13ος – 14ος αι. Μόνιμες εγκαταστάσεις Βλάχων κατοίκων στην κοινότητα.

1430 Υποταγή της πόλης των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς.

1478 Ειρηνική συνθηκολόγηση των Καλαρρυτών με τους Οθωμανούς – Υπαγωγή στη Βαλιδέ Σουλτάνα – Διοικητικά και οικονομικά προνόμια.

1480 Κρίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

1700 - 1750 Η τέχνη της αργυροχοΐας στην κοινότητα.

1760 Εγκατάσταση Καλαρρυτινών εμπόρων στα Ιωάννινα και σε πόλεις της Ιταλίας.

1788 Διορισμός του Αλή πασά ως διοικητή των Ιωαννίνων.

1821, 10 Ιουλίου Επανάσταση Συρράκου – Καλαρρυτών. Καταστροφή και ερήμωση του οικισμού.

1822, 1826 Οθωμανικές διαταγές (μπουγιουρντί) για επιστροφή των κατοίκων.

1828 Μερική επιστροφή των κατοίκων – λειτουργία σχολείου.

1854 Επανάσταση Ηπείρου - Θεσσαλίας

1881 Απελευθέρωση νομού Άρτας – Καλαρρυτών. Προσάρτηση στην ελεύθερη Ελλάδα.

1882 - 1913 Δήμος Καλαρρυτών. Διοικητικό κέντρο (σχολείο, ειρηνοδικείο, τελωνείο, αστυνομικό τμήμα) – Οικοδόμηση νέων οικιών.

1906 Σύσταση Ηπειρωτικής Εταιρίας – Καλαρρύτες – Πρόεδρος 30ου τμήματος ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης.

1913 Απελευθέρωση των Ιωάννινα από τους Τούρκους.

1925 Κοινότητα με τον οικισμό Κηπίνας. Προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων.

1914 - 1935 Μετανάστευση και αστυφιλία. Ερήμωση της κοινότητας.

1940 - 1950 Β’ Παγκόσμιος πόλεμος. Αντίσταση – Εμφύλιος. Πύκνωση πληθυσμού. Καταστροφές και πυρπολήσεις στον οικισμό από τους Γερμανούς κατακτητές.

1950 - 1960 Αστυφιλία και ετανάστευση των κατοίκων χωρίς αναστροφή. Εγκατάσταση κατοίκων σε αστικά κέντρα (Ιωάννινα, Λάρισα, Άρτα, Αθήνα).

1975 Ανακήρυξη του οικισμού ως διατηρητέου.

Ιστορική αναδρομή Οι δυτικές απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου και οι χαράδρες των παραποτάμων, από τους αρχαιότατους χρόνους αποτελούν διόδους επικοινωνίας μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου. Πάνω από τη ζώνη των δασών, σε μεγάλο υψόμετρο, υπήρχαν και υπάρχουν εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι και κατάλληλες εκτάσεις για νομαδική κτηνοτροφία. Οι δύο παραπάνω λόγοι ορίζουν και τη μοίρα των κατοίκων της περιοχής, κυρίως την ενασχόλησή τους με την νομαδική κτηνοτροφία. Οι εποχικές μετακινήσεις προσδιορίζουν την οικονομική και κοινωνική τους ζωή. Η νομαδική ζωή από τους αρχαιότατους χρόνους ωθεί τους κατοίκους να επιλέγουν καλές θέσεις μη-μόνιμης εγκατάστασης, αφού είναι υποχρεωμένοι να καλύπτουν εκατοντάδες χιλιόμετρα και να μετακινούνται από τους ορεινούς βοσκότοπους σε παράκτια κυρίως χειμαδιά και αντίστροφα.

Ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατοικούν κατά ομάδες και ασχολούνται με τον ημινομαδικό ποιμενισμό, ώστε να μοιάζουν πολύ με τους μεταγενέστερους ελληνόφωνους βλάχους. Οι κάτοικοι επιλέγουν οχυρές θέσεις, μεταξύ των οποίων και τη θέση που σήμερα κατέχουν οι Καλαρρύτες, για τον έλεγχο των εισβολών από την Αθαμανία (Τζουμέρκα) και την Παρωραία (Βόρεια Πίνδο) ή προς το οροπέδιο των Ιωαννίνων. Όταν οι επιδρομές των Σλάβων τον 7ο αιώνα θα ερημώσουν τις πεδινές περιοχές στην κεντρική Ελλάδα, οι κάτοικοι θα αναγκαστούν να αναζητήσουν μόνιμη κατοικία στα ορεινά. Δύο λοιπόν είναι οι λόγοι μόνιμης εγκατάστασης των ελληνόφωνων Βλάχων στα ορεινά της Πίνδου. Πρώτον, τα περάσματα, δηλαδή οι δίοδοι επικοινωνίας μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου (Άρτας, Ιωαννίνων) αλλά και Ακαρνανία. Κατά συνέπεια και οι οχυρές θέσεις του τόπου, ανάμεσα στις οποίες και οι Καλαρρύτες αλλά και άλλες βλαχόφωνες κοινότητες, που ελέγχουν τις χαράδρες των παραποτάμων του Άραχθου. Δεύτερον, τα εκτεταμένα βοσκοτόπια για την ενασχόλησή τους με την κτηνοτροφία. Μετά την πρώτη ημιμόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στους Καλαρρύτες ο πληθυσμός αυξάνεται με βλαχόφωνους που καταφεύγουν εκεί για να διασωθούν από την τουρκική καταδίωξη, από πολλές περιοχές της Ηπείρου και από τη Θεσσαλία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι Βλάχοι υπήρχαν εγκατεστημένοι σε σταθερούς οικισμούς, συνδεδεμένοι με την αγροτοκτηνοτροφική ζωή και ενταγμένοι στη Βυζαντινή οικονομική διάρθρωση, από τον 12ο και 13ο αιώνα. (Δείγμα μόνιμης εγκατάστασης κατοίκων στο χώρο είναι και η ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου, το 1480).

Ως τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204 – 1430) αλλά και αργότερα, παρά την υποταγή των Ιωαννίνων στους Τούρκους το 1430, οι Καλαρρύτες θα παραμείνουν ως ανεξάρτητος πυρήνας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ως το 1478. Δύο ήταν οι λόγοι που προτίμησαν την ειρηνική συνθηκολόγηση, αφενός η ανάγκη μετακίνησης, λόγω της νομαδικής ζωής, σε νοτιότερα μέρη και αφετέρου η στρατηγική θέση των δύο οικισμών, Καλαρρυτών και Συρράκου, γεγονός που επέβαλλε ενιαία μεταχείριση εκ μέρους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αφού τέθηκαν υπό την προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) τους χορηγούνταν προνόμια, όπως αυτοδιοίκηση και ετήσια μερική φοροαπαλλαγή. Η προνομιακή αυτή μεταχείριση περιορίζει ως ένα βαθμό τις αυθαιρεσίες της Οθωμανικής διοίκησης, που ασκεί μόνο επίβλεψη μέσω του Τούρκου αξιωματούχου της περιοχής, του σούμπαση. Όμως λέγεται ότι δεν αποφεύγουν το 1560 το παιδομάζωμα. Τότε παίρνουν από το χωριό μερικά παιδιά, τα οποία όταν μεγάλωσαν επιστρέφουν στο χωριό ως σπαχήδες, όπου δημιουργούν ποικίλα ζητήματα απαιτώντας να παντρευτούν Καλαρρυτινές. Οι Καλαρρύτες προσφεύγουν στη Βαλιδέ Σουλτάνα και με διαταγή της οι σπαχήδες φεύγουν από το χωριό και εγκαθίστανται, μετά από περιπλανήσεις, στη Βέλτιστα Τρικάλων, κατ’ άλλους δε στα Τρίκαλα, Καρδίτσα και Καστανιά, όπου αποκαλούνται Βλαχότουρκοι.

18ος – 19ος αιώνας

Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (1750 - 1821). Τα προνόμια εξασφαλίζουν στους κατοίκους ποιότητα ζωής και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, που συμβάλλουν στην πύκνωση του πληθυσμού, με την εγκατάσταση βιοτεχνών από άλλες περιοχές. (Η ανάπτυξη του εμπορίου έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τον W. Leak, την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης και την εισαγωγή ειδών διατροφής από την Άρτα, τα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα. Οι εισαγωγές διατροφικών ειδών αποτελούν ένδειξη αναβάθμισης της οικονομίας της κοινότητας.)

Οι Καλαρρυτινοί επιδίδονται στην επεξεργασία των πρώτων υλών που προέρχονται από την κτηνοτροφία και ασχολούνται με την εριουργία, η οποία με τον καιρό αναπτύσσεται σε σημαντική βιοτεχνική παραγωγή μάλλινων ειδών. Μεταξύ αυτών είναι και το μάλλινο ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται οι γνωστές κάπες, ποιμενικές και ναυτικές, οι οποίες αποτελούν ένα εμπορικό είδως που γίνεται ευρύτατα εξαγώγιμο, όταν ανοίγει η αγορά για τους ναυτικούς και χρησιμοποιούνται σε όλη τη μεσόγειο (Ισπανία, Ιταλία, Μάλτα, Τουρκία, Γαλλία). Με τις μετακινήσεις των ποιμένων, εκτός από τον ποιμενισμό των ζώων, γίνεται πώληση και ανταλλαγή κτηνοτροφικών προϊόντων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο μέχρι την Αιτωλοακαρνανία.

Παράλληλα η γνώση του ορεινού τόπου και των χερσαίων οδικών δικτύων θα στρέψει ορισμένους κατοίκους να οργανώσουν συστήματα μεταφορών με τους κυρατζήδες, τα γνωστά καραβάνια, τα οποία εξυπηρετούν και συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του εμπορίου. Στους Καλαρρύτες, εκτός από τους κτηνοτρόφους, συναντούμε και πολλούς πραματευτάδες – εμπόρους, οι οποίοι επιδίδονται κατ’ αρχάς στο εμπόριο ακατέργαστων δερμάτων και ήδη από τον 18ο αιώνα βιοτεχνικά προϊόντα τους όπως μάλλινα υφάσματα, εξάγονται στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Στο τέλος τους 18ου αιώνα οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο για τα προϊόντα στις Ευρωπαϊκές αγορές, που διακινούν κυρίως Καλαρρυτινού έμποροι. Στην Ιταλία ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι : ο Γεώργιος Δουρούτης στην Αγκώνα και τη Νάπολη, ο αδελφός του Χρ. Δουρούτης στην Τεργέστη, οι αφοί Σταματάκη, οι αφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αφοί Τούρτουρο στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία, οι αφοί Λάμπρου στη Νάπολη.

Εκτός από το εξωτερικό οι περισσότεροι έχουν και εμπορικά καταστήματα στ Γιάννινα, όπου προοδεύουν τόσο ώστε οι Γιαννιώτες έμποροι να διαμαρτύρονται, γιατί το εμπόριο πέρασε στα χέρια των Καλαρρυτινών. Οι φτωχότερες οικονομικά τάξεις ασχολούνται με τη ραπτική. Οι περίφημοι τερζήδες, εφάμιλλοι των γιαννιωτών, κεντούν τις χρυσοποίκιλτες στολές της εποχής για Έλληνες και Τουρκαλβανούς και κατέχουν περιφανή θέση σε αυτό το επάγγελμα. Παράλληλα ασχολούνται με τη ραπτική της κάπας και μένουν γνωστοί ως καποραφτάδες. Ένα τμήμα του πληθυσμού, που επίσης δεν έχει οικονομικά κεφάλαια για να ασχοληθεί με το εμπόριο, ασχολείται με την ασημουργία. Οι Καλαρρύτες γίνονται ένα από τα σπουδαία κέντρα κατασκευής προϊόντων αργυροχοΐας. Η ασημουργική τέχνη περνά από τα Ιωάννινα στον τόπο τους στις αρχές του 18ου αιώνα και την εξασκούν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία, εφάμιλλη αυτής των Γιαννιωτών. Στα εργαστήρια των Καλαρρυτών κατασκευάζονται τα περιφημότερα ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Πολλοί από αυτούς, που αποκαλούνται συνήθως χρυσικοί, γίνονται και πλανόδιοι τεχνίτες και έτσι εξαπλώνουν την τέχνη τους στη Βαλκανική, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Ιταλία και Αυστρία.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η τέχνη του ασημιού απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στα Επτάνησα και την Ιταλία, αφού πολλοί τεχνίτες εγκαθίστανται σ’ αυτά τα μέρη πριν και μετά το 1821. Οικογένειες αργυροχόων όπως του Τσιμούρη στα Ιωάννινα και στους Καλαρρύτες, Μπάφα στη Ζάκυνθο, Παπαγεωργίου και Παπαμόσχου στην Κέρκυρα, Νέσση (Nessi) και Βούλγαρη (Bulgari) στην Ιταλία είναι μερικές από τις πιο γνωστές ως σήμερα. Η οικονομική ανάπτυξη είναι και η αιτία της διαμόρφωσης μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης με σαφή κοινωνικά και οικονομικά όρια, η οποία παράλληλα έχει εφαρμογή στα ήθη και έθιμα. Η οικονομική ευμάρεια του τόπου προάγει την πληθυσμιακή πύκνωση. Σύμφωνα με απογραφή του 1820, οι μόνιμοι κάτοικοι των Καλαρρυτών ανέρχονται στους 3.000, αριθμός σημαντικός αν σκεφτεί κανείς την ερήμωση που υφίστανται άλλες κοινότητες εκείνη την εποχή.

Η οικονομική, πολιτιστική και οικιστική ανάπτυξη της κοινότητας συμβαδίζει με την πνευματική. Ο απόηχος του ελληνικού διαφωτισμού φθάνει μέχρι εδώ. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, στο πλαίσιο των περιόδων του (1770-1779) επισκέπτεται δυο φορές τους Καλαρρύτες. Στους λόγους του επιμένει για σύσταση σχολείων και την εδραίωση της ελληνικής γλώσσας ανάμεσα στους βλαχόφωνους Έλληνες της περιοχής. Οι λόγοι του έχουν μεγάλη απήχηση και οι κάτοικοι διαθέτουν χρήματα αλλά και προσωπικά χρυσαφικά για την ίδρυση σχολείων στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο.

Σχολείο λειτουργεί στους Καλαρρύτες και μνημονεύεται από το 1758. Το σχολείο κλείνει το 1821 και ανοίγει πάλι το 1828, με την επιστροφή των κατοίκων στην κοινότητα. Εκεί δίδαξαν ο Αναστάσιος Μπεκιάρης (1805-1812) και ο Καλαρρυτινός πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σγούρος (1790), ο οποίος διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα από τον Κοσμά μπαλάνο στα Ιωάννινα και έγινε σχολάρχης στη σχολή των Καλαρρυτών. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο το 1821 κατά την επανάσταση των Καλαρρυτών, αφού παραδόθηκε αυθόρμητα ως όμηρος, στην τουρκική φρουρά. Από τους Καλαρρύτες κατάγεται και ο Ιωάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος δίδαξε στην Πρέβεζα και Πάργα και πέθανε το 1827, καθώς και ο Χριστ. Γκιούρτης, λόγιος του τέλους του 18ου αιώνα, που δίδαξε σε πολλές σχολές και κυρίως στο Γαλαξίδι.

Οι στενές σχέσεις του Αλή πασά με την κοινότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας της. Ο Αλής διατηρεί στενότατους δεσμούς με τους προεστούς των Καλαρρυτών και ανοίγει τον πρώτο δρόμο από τα Ιωάννινα προς το χωριό, όπου και παραθέριζε. Στενός συνεργάτης του Αλή είναι ένας σημαντικός άνδρας, συνετός και φιλόπατρις, ο Καλαρρυτινός Γεώργιος Τουρτούρης, έμπορος στο επάγγελμα και μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Ο Τουρτούρης διακρίθηκε ως συνεργάτης του Αλή αφού ο ίδιος τον έστειλε ως αντιπρόσωπό του στις βρετανικές αρχές στη Μάλτα, ζητώντας να συμπράξουν οι Άγγλοι στην κατάληψη της Αυλώνας. Επίσης στάλθηκε στις γαλλικές αρχές στην Κέρκυρα, για να διαπραγματευθεί την παράδοση της Πάργας. Οι περιηγητές W. Leak και F. Pouqueville, οι οποίοι επισκέφθηκαν την κοινότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτύπωσαν στα περιηγητικά του ςκείμενα την ευνομία, τον πολιτισμό, τις ωραίες οικοδομές, την ακμή του εμπορίου, τους μορφωμένους ανθρώπους, που μιλούσαν ξένες γλώσσες και γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των μεγάλων Ευρωπαϊκών πόλεων, καθώς και την ύπαρξη βιβλιοθηκών με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στην Γαλλική και Ιταλική γλώσσα. Ο πρώτος αναφέρει μάλιστα ότι οι Καλαρρύτες διέθεταν για τις ανάγκες των κατοίκων μόνιμο ιατρό (Κερκυραίο). Ελάχιστες κοινότητες διέθεταν δικό τους γιατρό, ένδειξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινότητας την εποχή εκείνη.

Όλες οι παραπάνω δημιουργικές ενασχολήσεις των κατοίκων, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Καλαρρύτες από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα παράγουν πολιτισμό, γεγονός που έχει κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό αντίκτυπο στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτό συνέβη σε ελάχιστες κωμοπόλεις και πόλεις κατά την ίδια χρονική περίοδο. Η πολιτιστική και οικονομική ανέλιξη της κοινότητας είναι αποτέλεσμα και των προνομίων που δόθηκαν από τους Οθωμανούς, τα οποία διατηρούνται μέχρι το 1803, τότε που ο Αλή πασάς υποτάσσει το Σούλι και καταργεί τα προνόμια όλων των όμορων βλαχόφωνων κοινοτήτων. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1806) αναζωπυρώνει τα επαναστατικά κινήματα που έχουν σχέση και με την περιοχή των Καλαρρυτών, αφού οι Βλαχάβας, Δεληγιάννη και Στορνάρης καταλαμβάνουν τα περάσματα του Μετσόβου και των Καλαρρυτών (1807) για να εμποδίσουν την επικοινωνία Ηπείρου – Θεσσαλίας. Εν τούτοις εξέγερση δεν γίνεται και ο Αλή πασάς ενισχύει τη θέση του. Η αρχή του τέλους της οικονομική και εμπορικής ευρωστίας της κοινότητας είναι η επανάσταση, μαζί με την γειτονική κοινότητα του Συρράκου, κατά των Τούρκων στις αρχές Ιουλίου του 1821.

Μετά την πρώτη πολιορκία του Αλή στα Γιάννενα (1821), είχαν καταφύγει στους Καλαρρύτες πολλοί ευκατάστατοι Γιαννιώτες (χριστιανοί, εβραίοι αλλά και οθωμανοί) με αξιόλογη κινητή περιουσία. Η παρουσία 500 Αλβανών υπό τον Ιμπραήμ Πρεμέτη, που είχε σκοπό να μείνει ανοικτή η επικοινωνία μεταξύ των σουλτανικών στρατοπέδων των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας, δεν εμποδίζει την κήρυξη της επανάστασης. Αρχηγός στο Συρράκο είναι ο Ιωάννης Κωλέτης, ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδος, ενώ στους Καλαρρύτες ο Γεώργιος Τουρτούρης και ο Ιωάννης Ράγκος. Το Συρράκο καταλαμβάνεται μετά από ασθενή αντίσταση και καταστρέφεται. Στους Καλαρρύτες οι Αλβανό συλλαμβάνουν προκρίτους ως ομήρους και οχυρώνονται σε σπίτια, αναμένοντας ενισχύσεις από τον Χουρσίτ. Αυτός στέλνει δύναμη για την καταστολή, με επικεφαλής τον Χαμζά μπεή, που ενώνεται με τους άνδρες του Πρεμέτη. Οι κάτοικοι, όταν αντιλαμβάνονται ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη, παίρνουν μαζί τους ότι πολύτιμο μπορούν να μεταφέρουν και απομακρύνονται από το χωριό. Η εγκατάλειψη των περιουσιών συντείνει πολύ στη διάσωση των φυγάδων. Οι Οθωμανοί και οι Αλβανοί εκθεμελιώνουν το χωριό, λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, αλλά συγχρόνως δίνουν και ικανό χρόνο σ’ αυτούς που φεύγουν. Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει : «και χάλασαν τους Έλληνες και αφανίστηκαν οι δυστυχείς Καλαρρυτιώτες, οπόταν οι πλέον πλούσιοι σ’ εκείνα τα μέρη κι έμειναν διακονιαραίοι. Αφανίστηκαν αυτείνοι και ο τόπος τους ερήμαξε.»

Οι προνομιούχοι κάτοικοι θα μετατραπούν σε πρόσφυγες και θα καταφύγουν σε παραπλήσια μέρη όπως στη Ζάκυνθο, όπου στα τέλη του 18ου αιώνα είχαν ήδη μεταναστεύσει αρκετοί από αυτούς. Άλλοι θα καταφύγουν στο Μεσολόγγι όπου θα συμμετάσχουν στην έξοδο του Μεσολογγίου, στην Αιτωλοακαρνανία, μέχρι την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Στην Παραμυθιά καταφεύγει η οικογένεια Βούλγαρη, στην Κέρκυρα οι οικογένειες Παπαγεωργίου, Παπαμόσχου και Λάμπρου. Μερικοί πρόσφυγες, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, φθάνουν στην Αγκώνα, όπου η εκεί Ελληνική παροικία θα τους προσφέρει από το κοινό της ταμείο οικονομική βοήθεια και περίθαλψη. Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν πρωτοφανή ερήμωση, αφού στις παραμονές του 1821 αριθμούσαν περίπου 500 οικογένειες και στην απογραφή του 1831 παρουσιάζονται μόνο 26 από αυτές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι φτωχές και χειροβίωτες. Οι δύο διαταγές (μπουγιουρντί) που εκδόθηκαν το 1822 και το 1826 (σώζονται στο αρχείο της κοινότητας) για αμνηστία και ασφαλή επιστροφή των κατοίκων, δεν στάθηκαν ικανές να αποτινάξουν τον φόβο. Ο μικρός αριθμός των οικογενειών που επανακάμπτει κάνει μια νέα αρχή. Η ανασυγκρότηση γίνεται με δυσκολία και αργούς ρυθμούς. Ωστόσο το 1828 έχουμε την έναρξη λειτουργίας σχολείου.

Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή του χωριού ώστε οι κάτοικοι να είναι επιφυλακτικοί σε κάθε νέα συμμετοχή σε επαναστατικά κινήματα, φοβούμενοι τα τουρκικά αντίποινα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν λαμβάνουν μέρος στην επανάσταση Ηπείρου – Θεσσαλίας το 1854. Εξάλλου συμμορίες Τουρκαλβανών, πριν και μετά την επανάσταση του 1854, λεηλατούν με κάθε μέσο τους χωρικούς όλης της Ηπείρου. Ο φόβος και η ανασφάλεια που επικρατούν κάνουν εξίσου δύσκολη την επιστροφή των εμπόρων και πολλοί είναι οι πρόσφυγες που δεν επιστρέφουν και εγκαθίστανται μόνιμα στα μέρη που τους υποδέχθηκαν. Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα η βιοτεχνική δραστηριότητα ακολουθεί πτωτική πορεία με μειωμένη παραγωγή σε ότι έχει σχέση με κατεργασία χρυσού και αργύρου, της κεντητικής και υφαντικής μάλλινων ειδών, αφενός μεν γιατί άλλα εμπορικά κέντρα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και αφετέρου γιατί τα προϊόντα τους αποκλείονται από τις αγορές της νότιας Ελλάδας. Μια Τρίτη παράμετρος είναι η χάραξη νέων οδικών αξόνων του διεθνούς εμπορίου, με αποτέλεσμα την ανατροπή των παραδοσιακών κέντρων πρωτοβιομηχανικής παραγωγής.

Τα βοσκοτόπια, η μόνιμη και διαχρονική αξία του τόπου είναι η αιτία που οι κτηνοτρόφοι οδηγούνται και πάλι στην ορεινή κοινότητά τους. Συνεχίζουν το αέναο ταξίδι τους ανάμεσα στα θερινά και χειμερινά βοσκοτόπια της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και ζουν από την πώληση των γαλακτοκομικών προϊόντων, των δερμάτων, του μαλλιού και του κρέατος των ζώων. Πολλοί βρίσκουν εργασία στον τόπο της εποχικής μετανάστευσης και μένουν μόνιμα εκεί, αφού η περίοδος της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης των Καλαρρυτών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Κάποιοι διαμένουν, σπουδάζουν ή εργάζονται στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, όπου ορισμένοι ασκούν το επάγγελμα του αργυροχόου. Στην κοινότητα επικρατεί η κτηνοτροφική οικονομία αντί της εμποροβιοτεχνικής του 18ου αιώνα. Η γεωργία αποτελεί συμπληρωματική απασχόληση για πολλούς κατοίκους. Από το 1870 και έπειτα διαπιστώνεται οικιστική ανάκαμψη, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανόδου αλλά και της εξοικονόμησης χρημάτων στους τόπους μετανάστευσης. Αρκετοί Καλαρρυτινοί επιστρέφουν και ανοικοδομούν τα παλιά τους σπίτια. Πολλά από τα σημερινά σπίτια, έχουν κτιστεί την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Μετά την προσάρτηση του νομού Άρτας στην ελεύθερη Ελλάδα, με τα σύνορα του Ελληνικού κράτους να φτάνουν ως τον Καλαρρύτικο ποταμό, ελευθερώνονται οι Καλαρρύτες το 1881. Στα πλαίσια της οργάνωσης του ελεύθερου κράτους, η κοινότητα μαζί με το Ματσούκι γίνεται ένας από τους τέσσερις δήμους της επαρχίας Τζουμέρκων, με πληθυσμό 1843 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 1881.

Οι Καλαρρύτες γίνονται διοικητικό κέντρο με ειρηνοδικείο Α’ τάξης, αστυνομικό σταθμό, υποτελωνείο (1882/3) και ταχυδρομική επιστασία, με πρώτο επιστάτη τον Ιωσήφ Μοναστηριώτη. Οι πρώτοι γιατροί της κοινότητας είναι ο Γεώργιος Ζάγκλης και ο Σπυρίδων Βενούκας. Πρώτος δήμαρχος εκλέγεται ο Αθανάσιος Μπισδούνης στις εκλογές του 1883. ιδρύεται επίσης Ελληνικό σχολείο με πρώτο σχολάρχη τον Ε. Παπαχατζή, καθώς και δημοτικό.


20ος αιώνας

Οι Καλαρρύτες, καθώς βρίσκονται στην οροθετική γραμμή των συνόρων, γίνονται αποδέκτες των ιστορικών γεγονότων και συμμετέχουν στις εθνικές αναμετρήσεις. Συμμετέχουν ενεργά στην απελευθέρωση και της υπόλοιπης Ηπείρου. Το 1906 ιδρύεται η Ηπειρωτική Εταιρία με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για την απρόσκοπτη διείσδυση του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Πρόεδρος του 30ου τμήματός της ορίζεται ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης. Δύο από τους οδικούς άξονες ανεφοδιασμού του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ξεκινούν από τους Καλαρρύτες, μέσω του χωριού Κράψη και μέσω της Κηπίνας αντίστοιχα.

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) επέρχεται η διοικητική προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων (1925) ως κοινότητα Καλαρρυτών, μαζί με τον οικισμό Κηπία (Αρμπορέσι ή Μιστράς). Τον πόλεμο του 1940-41 και την γερμανική κατοχή πληρώνουν με πολλές ανθρώπινες απώλειες, με οικονομικές και οικιστικές καταστροφές, όπως άλλωστε όλα τα χωριά της περιοχής. Οι κατακτητές πυρπολούν και βομβαρδίζουν σπίτια. Τότε βομβαρδίστηκε και η εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Στην Αντίσταση και τον εμφύλιο που διεξάγονται στα χωριά των Τζουμέρκων οι Καλαρρύτες συμμετέχουν ενεργά και γίνονται αποδέκτες των συνεπειών τους. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από την πρόσκαιρη αύξηση του πληθυσμού, αφού πολλοί είναι εκείνοι που από τα αστικά κέντρα καταφεύγουν εκεί, για να αποφύγουν τις συνέπειες του πολέμου και της κατοχής. Ωστόσο η συγκυριακή αύξηση του πληθυσμού δεν θα έχει συνέχεια. Στη δύσκολη μεταβατική δεκαετία 1950-60 οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι δεν επιτρέπουν την επιβίωση των κατοίκων στην ορεινή περιοχή τους. Το δεύτερο κύμα αστυφιλίας και μετανάστευσης είναι αναπόφευκτο και αφήνει την κοινότητα με ελάχιστους κατοίκους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Ο Καλαρρυτινοί σκορπίζουν και πάλι, κυρίως στα Ιωάννινα, την Πρέβεζα, σε πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας, την Άρτα και τα πεδινά χωριά της, μέχρι τα χωριά του Ξηρόμερου στην Αιτωλοακαρνανία και την Αθήνα. Το σχολείο, μη έχοντας μαθητές κλείνει οριστικά το 1981.

Οι Καλαρρύτες, όπως και τα γειτονικά βλάχικα ή μη χωριά, εκτός από το Μέτσοβο, δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ακμαίοι. Μόνιμο αίτημα, το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα των κατοίκων της κοινότητας, είναι η αποκατάσταση του οδικού δικτύου και οι κοινοτικές τεχνικές υποδομές, που είναι ο κύριος μοχλός οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης της κοινότητας. Στις μέρες μα οι Καλαρρύτες κουβαλούν ένα έντονο άρωμα του χθές, καθώς είναι μια ιστορική διατηρητέα κοινότητα που ακτινοβολεί από τη φυσική της ομορφιά και έχει γίνει πόλος έλξης πολλών Ελλήνων και ξένων επισκεπτών, όσων βέβαια επιθυμούν να γνωρίσουν την κοινότητα και την άξια λόγου ιστορία της.

Αρχιτεκτονική και Νεότερα μνημεία

Από την πέτρα του τόπου γεννιέται και η αρχιτεκτονική του χώρου. Η δομή του οικισμού ακολουθεί το γενικό πρότυπο των ορεινών χωριών, που κυριαρχεί στην Ήπειρο με απλές γεωμετρικές γραμμές, προσαρμοσμένη στον ηπειρωτικό χώρο και κλίμα. Το έδαφος διαμορφώνει και αυτό τη μορφή του. Στους Καλαρρύτες η απότομη πλαγιά και η μεγάλη κλίση της έχει σαν αποτέλεσμα τα πρώτα σπίτια στην κορυφή να απέχουν από τα τελευταία που βρίσκονται στο χείλος της χαράδρας, πάνω από 500 μέτρα. Ο οικισμός συγκροτείται γύρω από την κεντρική πλατεία, που συγκεντρώνει όλη τη δραστηριότητα του χωριού, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική. Η διαφοροποίηση των Καλαρρυτών, ως προς το τυπικό ηπειρωτικό ορεινό χωριό, είναι ότι εδώ η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται λίγο απομακρυσμένη από το κέντρο τους.


Σπίτια

Το κτίσιμο, όπως αναφέρεται από τους περιηγητές του 19ου αιώνα, κόστιζε ακριβά λόγω της μεταφοράς της ασβεστολιθικής πέτρας από τα γειτονικά λατομεία και της ξυλείας από τα Πράμαντα και τους Μελισσουργούς. Το ίδιο παρατηρείται και σήμερα, που οι κάτοικοι θέλουν να συντηρήσουν, να επισκευάσουν ή να χτίσουν καινούρια σπίτια και όλες οι μεταφορές υλικών γίνονται με ζώα ή από εργάτες. Η γκρίζα πέτρα είναι το κύριο υλικό δόμησης και τα κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο των σπιτιών του χωριού. Χρησιμοποιείται άφθονη για την οικοδόμηση των σπιτιών, τις στέγες, τα δάπεδα στα κατώγια, τις αυλόπορτες και τις αυλές, το στρώσιμο στα καλντερίμια, την κατασκευή σκέπαστρων για τις βρύσες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ορισμένων μεγάλων οικιών είναι οι πέτρινες καμάρες στο ισόγειο, που στηρίζουν το όλο οικοδόμημα. Την εξωτερική δωρική όψη της οικίας με την πελεκητή πέτρα και τα ξύλινα σαζάνια, αντισταθμίζουν τα τοξωτά ανοίγματα σε πόρτες και παράθυρα με τα χαρακτηριστικά «κιονόκρανα» εκατέρωθεν.

Τα παράθυρα με τα χαρακτηριστικά χρώματα, μπλε, πράσινο ή καφέ, εξαιτίας του ψυχρού χειμώνα, έχουν εσωτερικά παντζούρια και φέρουν ξύλινα ή σιδερένια κάγκελα στους ορόφους και ολόκληρη σιδεριά στα κατώγια. Η καλαρρυτινή κατοικία, όπως άλλωστε όλες στον ηπειρώτικο χώρο, όταν είναι διώροφη ή τριώροφη, τρίχωρη ή τετράχωρη, έχει στο ισόγειο (κατώγι όλους τους βοηθητικούς χώρους: αποθήκες, μαγειρείο (με γάστρα για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητού) και αρκετές φορές την επαγγελματική στέγη με το εργαστήριο υφαντικής ή ασημουργίας. Στα κατώγια, που ενίουτε κυλούν νερά, όλα είναι φτιαγμένα από πέτρα. Στον όροφο (ανώγι) βρίσκονται τα δωμάτις, που είναι χώροι διαμονής και υποδοχής, το χειμερινό (οντάς) με το τζάκι και με πλατιά μπάσια καλυμμένα με μάλλινα υφαντά και το καλοκαιρινό (χωτζιαρές). Το παραδοσιακό τζάκι από πωρόλιθο φέρει μερικές φορές παράθυρο για φως στο βάθος του. Χαρακτηριστικός είναι ο νεροχύτης του ανωγιού, με βρύση ή χωρίς. Τα ταβάνια, όπως και το πάτωμα του ανωγιού είναι πάντα ξύλινα. Στα αρχοντικά υπάρχουν ροζέτες στο κέντρο του ταβανιού, συνήθως με αναπαράσταση φύλλων άκανθου. Και όπως το έδαφος είναι επικλινές, υπάρχουν συνήθως ξεχωριστές είσοδοι για κάθε όροφο. Ο εξοπλισμός της κατοικίας σε κινητά έπιπλα είναι λιτός και απέριττος. Κασέλες και χαμηλά τραπέζια, κλίνες, σκαμνιά και παραδοσιακές μεσάντρες (ντουλάπες), όλα είναι κατασκευασμένα από αγριόξυλο. Σε ειδικούς χώρους στις μεσάντρες φυλάσσονται τρόφιμα και ρουχισμός. Τα σκεύη μαγειρικής είναι πήλινα, μπρούτζινα ή χάλκινα. Αξιόλογα κτίρια είναι οι οικίες Ραφτάνη και Μπαϊκούση (18ου αιώνα), Κασαρία Φασούλα, Κωσταδήμα, Μπαζάκη, Νέσση, Πατούνη (19ου αιώνα) και το παλιό δημοτικό σχολείο (20ου αιώνα).

Βρύσες, γεφύρια, αλώνια, νερόμυλοι

Η έντονη κλίση του εδάφους στον οικισμό, που καταλήγει απότομα στην χαράδρα του Καλαρρύτικου, υποχρεώνει τους κατοίκους να κατασκευάζουν καλλιεργήσιμη γη με ξερολιθιά, τα γνωστά κηπάρια, όπου καλλιεργούν τα κηπευτικά τους. Η ξερολιθιά, που συγκρατεί τη μικρή γεωργική γη, συνιστά την ίδια την ταυτότητα του ορεινού όγκου και παρουσιάζει ενδιαφέρον από την πλευρά της πολιτιστικής οικολογίας. Η κοινότητα είναι γεμάτη από τέτοιου είδους κηπάρια. Η ύδρευση του οικισμού εξασφαλίζεται από τις πηγές που υπάρχουν πάνω και μέσα σε αυτόν. Είναι χαρακτηριστικός ο ήχος των νερών που τρέχουν από τις πολλές βρύσες, στεγασμένες ή όχι, φτιαγμένες από πέτρα και με παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Καθεμιά από τις βρύσες φημίζεται για το ιδιαίτερο νερό που προσφέρει, χωνευτικό, βαρύ ή κατάλληλο για μαγείρεμα οσπρίων. Τα νερά τρέχουν κάτω από τα τοξωτά γεφυράκια που ενώνονται με τα πέτρινα καλντερίμια, εξασφαλίζοντας έτσι τις μετακινήσεις των κατοίκων και τις μεταφορές. Η βρύση του Παράσχη (1768) είναι θολωτή με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, στεγασμένη με τρούλο. Βρίσκεται δίπλα στην Κασαρία Φασούλα, αρχοντικό κτίριο κει παρασκευαστήριο τυριών στη ΒΔ πλευρά του οικισμού. Η οικογένεια Παράσχη ήταν έμποροι στα Γιάννενα από το 1763, στη Βενετία και το Λιβόρνο (1799-1811).

Γνωστές επίσης είναι : της Γκούρας, του Νέσση δίπλα στην Πλατεία, του Μπαργιάννη, του Μπαζάκη στη θέση Πλάκα, της Τζόρας στην ένωση των δρόμων από Κηπία και Θεσσαλία, στη θέση Κέλλι από τη ΒΔ είσοδο του χωριού, Μπούφου, Φύτρου κοντά στα χαλάσματα του σπιτιού της οικογένειας Βούλγαρη, Πάτη, Τζάμινας στα ΒΔ του χωριού, Μπάλτας και Γκόντρου στην είσοδο από Κηπίνα. Γνωστές γέφυρες μέσα στον οικισμό υπάρχουν στις θέσεις Μίντζα και Τουρτούρη. Έξω από τον οικισμό αξιόλογη είναι η κρεμαστή γέφυρα Γκόγκου στον Καλαρρύτικο, έργο του Γερμανού μηχανικού Baykman (1935), το γεφύρι της Κουϊάσας, του Τσάλι σε ύψος πάνω από 20 μέτρα στην Κηπίνα προς τον οικισμό Χριστοί Πραμάντων και του Καρλίμπου προς το μοναστήρι Βόλιζα Ματσουκίου. Αλώνια στην ορεινή περιοχή θα βρούμε αρκετά, αφού η γεωργική καλλιέργεια, που γινόταν από τις γυναίκες, περιλάμβανε παραγωγή από σιτάρι και κριθάρι, η οποία κάποτε αρκούσε για τις ανάγκες των κατοίκων. Τα περισσότερα βρίσκονται στις θέσεις Τσόρα, Άργι (κοντά στη βρύση Παράσχη) και Κέλλι. Από το 1750 και έπειτα κατασκευάστηκαν νερόμυλοι, που ήταν απαραίτητοι στην επεξεργασία των πρώτων υλών για τη διατροφή των κατοίκων αλλά και των υφαντών και την καθαριότητα. Μέσα στον οικισμό για το χειμώνα υπήρχε ο νερόμυλος στη θέση Ραφτάνη, ενώ για το καλοκαίρι στον ποταμό Καλαρρύτικο υπάρχει νερόμυλος στη θέση Κουιάσα με μαντάνι (για τα μαλακά ρούχα) και δρυστέλλα (για τα σκληρά).

Εκκλησίες – Μοναστήρια

Δύο σπουδαία μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς που μπορεί κανείς να επισκεφθεί είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μέσα στον οικισμό και το μοναστήρι της Κηπίνας, λίγα χιλιόμετρα πριν το χωριό, στο δρόμο που έρχεται από την Άρτα και τα Ιωάννινα. Ο ενοριακός ναός του Αγίου Νικολάου, πολιούχου των Καλαρρυτών, χτίστηκε τον 15ο αιώνα, πιθανόν το 1480. Βρίσκεται μέσα στον οικισμό και είναι μεγάλη τρίκλιτη, τρισυπόστατη τρουλαία βασιλική, με επιμελημένο κρίσιμο και πολύ ψηλό τρούλο. Η εκκλησία πυρπολήθηκε το 1821 και τα σημερινά ξυλόγλυπτα (τέμπλο, άμβωνας και δεσποτικό) κατασκευάστηκαν το 1845 από μετσοβίτη τεχνίτη. Ο κεντρικός πολυέλαιος κατασκευάστηκε στην Τεργέστη και δωρήθηκε από την οικογένεια Νέσση τον 19ο αιώνα. Τα δύο πλαϊνά κλίτη είναι αφιερωμένα, το μεν δεξιό στον Άγιο Χαράλαμπο και το αριστερό στους Αγίους Πάντες.

Στην εκκλησίς φυλάσσονται εκκλησιαστικά είδη άξια θαυμασμού, έργα ονομαστών καλαρρυτνών ασημουργών, όπως το ευαγγέλιο που έχει σταχωθεί από τον Αθ. Τζιμούρη. Οι τοιχογραφίες του ναού είναι εξαιρετικής τέχνης, όμως δεν είναι συντηρημένες. Υπάρχουν δε τρία στρώματα με τοιχογραφίες διαφορετικών εποχών. Την εκκλησία μπορεί να επισκεφθεί κάποιος μετά από συνεννόηση με τον ιερέα ή κατά τη διάρκεια μιας λειτουργίας. Απαγορεύεται όμως η φωτογράφηση μέσα στο ναό. Δεύτερος ενοριακός ναός είναι της Αγίας Τριάδος, χτισμένος το 1818 στα ΒΑ του χωριού, εκεί όπου βρίσκεται και το κοιμητήριο. Ο ναός αυτός καταστράφηκε κατά την επανάσταση του 1821 αλλά και το 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Για την επισκευή του μετά την πρώτη καταστροφή, ο Αν. Μπάφας έστειλε χρήματα από τη Ζάκυνθο το 1846. Οι Θεσσαλοί Καλαρρυτινοί προσέφεραν χρήματα για την δεύτερη επισκευή του ναού, που ολοκληρώθηκε το 1999. Γιορτάζει του Αγίου Πνεύματος. Εκτός από τους ναούς μπορεί κανείς να επισκεφθεί και ξωκλήσια, όπως : - Του Αγίου Αθανασίου, ΒΔ της κοινότητας - Της Παναγίας, 1400 μέτρα πάνω από το χωριό - Των Αγίων Αναργύρων, ΒΑ στη θέση Λιβάδι, κοντά στο Άβατο - Του Άγιου Χριστόφορου, λίγο πριν την είσοδο του χωριού, στο δρόμο από τα Ιωάννινα και την Άρτα - Της Αγίας Παρασκευής, κάτω από το βουνό Καλόγηρος, σε απόκρημνη θέση μέσα σε μια σπηλιά, σε υψόμετρο 1750 μ. - Του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο 1690 μ. - Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ΒΑ της κοινότητας

Ιερός και επιβλητικός χώρος, άγρια ομορφιά, περίτεχνη δόμηση. Το εντυπωσιακό μοναστήρι με την ιδιότυπη αρχιτεκτονική βρίσκεται κοντά στον οικισμό Κηπίνας, στο δρόμο Κηπίνας – Καλαρρυτών. Είναι χτισμένο στο μέσο σχεδόν ενός τεράστιου βράχου στη ΒΑ πλευρά του άγριου φαραγγιού του Καλαρρύτικου ποταμού και προκαλεί θαυμασμό η θεμελίωση και το κρίσιμο σε τόσο ύψος, πάνω από κατακόρυφους βράχους. Η μονή είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πανηγυρίζει όμως την Παρασκευή της Διακαινησίμου, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής. Το όνομα, σύμφωνα με γλωσσολόγους, προέρχεται μάλλον από το σλάβικο Κίπ, που σημαίνει εικόνα ή ζωγραφιά και την κατάληξη –ίνα, όνομα που πήρε αργότερα και ο γειτονικός οικισμός Αρμπορέσι. Ο Σεραφείμ Βυζάντιος γράφει ότι το μοναστήρι χτίστηκε το 1212 από τον επίσκοπο Γρηγόριο, όταν δημιουργήθηκε το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Για να μπούμε στο μοναστήρι ανεβαίνουμε από μονοπάτι που είναι λαξεμένο στην πλαγιά του βράχου και φθάνουμε σε μικρή κρεμαστή ξύλινη γέφυρα πριν την είσοδο. Η γέφυρα ήταν και παραμένει κινητή και σηκωνόταν με μηχανισμό, έτσι ώστε το μοναστήρι να καθίσταται απροσπέλαστο στους επίδοξους επιδρομείς, αφού δημιουργείται κενό 4 μέτρων στο γκρεμό όταν σηκώνεται. Στον περίβολο της μονής στα δεξιά, υπάρχει το μνήμα του ηγούμενου Χρύσανθου.

Το καθολικό της μονής βρίσκεται στον λαξεμένο βράχο και είναι μια μικρή μονόκλιτη βασιλική με τρούλο και με τοιχογραφίες που πιθανόν έγιναν τον 17ο αι΄να. Η οροφή του ναού σμιλεύθηκε και μεταβλήθηκε σε θόλο. Στο κοίλωμα του βράχου χτίστηκαν σε δύο επίπεδα το ισόγειο με χώρο υποδοχής και το χειμωνιάτικο, όπου υπάρχει ξύλινο ντουλάπι – πόρτα που οδηγεί σε κρύπτες. Στον όροφο, τα κελιά των μοναχών και το αρχονταρίκι, προσφέρουν μοναδική θέα προς τον οικισμό και το ποτάμι. Η ιδιαιτερότητα της μονής είναι ότι απ΄τη βόρεια είσοδο του πρόναου αρχίζει η είσοδος ενός σπηλαίου με διαδρομή μήκους 240μ., μέγιστο ύψος 9 μ. το οποίο έχει εξερευνηθεί το 1956 και το 1993 από την Άννα Πετρόχειλου και τον Στέφανο Νικολαϊδη, μέλη του Σπηλαιολογικού Ελληνικού Εξερευνητικού Ομίλου. Το σπήλαιο ήταν κάποτε κοίτη υπόγειου ποταμού, γι’ αυτό και στους πρόποδες του βράχου όπου βρίσκεται το μοναστήρι βγαίνει άφθονο νερό. Σήμερα είναι μετόχι της Ιεράς Μονής Τσούκας (1931) και ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων. Ανακαινίστηκε πρόσφατα και μπορούν να το επισκεφθούν προσκυνητές μετά από συνεννόηση με τον ιερέα Λάμπρο Αρλέτο (τηλ. 26590-61790) και τον Δημήτριο Κώτση (τηλ. 26590-61186).

Παράδοση

Επαγγέλματα

Το επάγγελμα που πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί είναι αυτό του αργυροχρυσοχόου. Οι Γιαννιώτες έμποροι τους προμήθευαν τις πρώτες ύλες σε χρυσό και ασήμι, τις οποίες εισήγαγαν από τη Νάπολη και τη Βενετία. Επεξεργάστηκαν το ασήμι με πρωτοτυπία και δεξιοτεχνία. Στα εργαστήριά τους κατασκευάστηκαν τα πιο περίτεχνα ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου αιώνα. Πως ξεκίνησε όμως η τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας στους Καλαρρύτες; Γιατί οι Καλαρρυτινοί και όχι άλλοι κάτοικοι, με ίδιες συνθήκες οικονομίας και διαβίωσης, ασχολήθηκαν με την τέχνη αυτή; Ο Γεώργιος Τουρτούρης, πρόκριτος των Καλαρρυτών, έκανε αντιγραφή ορισμένων κειμένων από την επιτομή του Κ. Μπαλάνου, τον ονομαστό Κουβαρά Ιωαννίνων, τα οποία δεν είναι γνωστό τι απέγιναν. Ένα από τα σημειώματα του Τουρτούρη έχει τίτλο «Ιστορία όπου ήκουσα από τον σοφολογιότατον ιεροδιδάσκαλο Κοσμάν, υιόν του ποτέ Μπαλάνου Ιωαννίτου, όστις Κοσμάς τελεύτησε εις τους 1811 ογδοηκοντούτης ών».

Το σημείωμα του Γ. Τουρτούρη αναφέρει την κατάργηση του τιμαριωτικού χριστιανικού συστήματος και τον τρόπο με τον οποίο εισήχθη η τέχνη της αργυροχοΐας στους Καλαρρύτες, ιστορία την οποία διηγήθηκε ο Καλαρρυτινός χρυσικός Χριστόφορος Δελής. Αναφέρει λοιπόν οτι οι άρχοντες των Ιωαννίνων στα μέσα του 17ου αιώνα έβαλαν τα παιδιά τους να μάθουν τέχνες ή να επιδοθούν στα γράμματα και το εμπόριο, όταν έχασαν την κτηματική περιουσία τους επειδή έπαψε να ισχύει το σύστημα των χριστιανών τιμαριούχων. Τα παιδιά δύο οικογενειών, από τις πλέον ευγενείς των Ιωανίνων, του Συρβάνου και του Σουγδορή, έμαθαν τη χρυσοχοϊκή τέχνη και έγιναν επιτήδειοι τεχνίτες. Στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν Καλαρρυτινοί. Μέχρι το 1700 από τις οικογένειες αυτές προέρχονταν οι προεστοί των Ιωαννίνων και τόση ήταν η δύναμή τους ώστε έκαναν τους μαθητευόμενούς τους προεστούς στους Καλαρρύτες, όπως τον Αθανάσιο Δελή (παππού του Χρ. Δελή) ο οποίος κατασκεύασε τα πρώτα μαντάνια και μύλους στο ποτάμι. Έτσι πέρασε η αργυροχρυσοχοΐα στους Καλαρρύτες, τέχνη την οποία ανέπτυξαν και καλλιέργησαν σε σημαντικό βαθμό. Από αυτούς η τέχνη εξαπλώθηκε στο Συρράκο και λιγότερο στο Μέτσοβο.

Τον 18ο αιώνα, στα πλαίσια της γενικότερης άνθισης της αργυροχοΐας, Οι Καλαρρύτες έγιναν ονομαστό κέντρο. Ανάλογα τοπικά εργαστήρια λειτούργησαν στα Ιωάννινα, στο Μέτσοβο, και λιγότερο στο Συρράκο, καθώς επίσης και σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, τα Επτάνησα, την Πελοπόννησο και τη Θράκη. Οι τεχνίτες αργυροχόοι συνήθως δεν υπέγραφαν τα έργα τους. Κατείχαν όλες τις τεχνοτροπίες της κατεργασίας των πολύτιμων μετάλλων, τις οποίες εφάρμοσαν με θαυμαστή επιτυχία. Μεγάλη διάδοση είχε η τεχνοτροπία του χτυπητού (που είναι ο σχηματισμός ανάγλυφων παραστάσεων με χτύπημα μικρού σφυριού), το σαβάτι και τα συρματερά. Πιο απλή ήταν η εγχάρακτη, δηλαδή η χάραξη του μετάλλου με κατάλληλο εργαλείο. Συχνά συναντούμε συνδυασμούς τεχνοτροπιών, όπως χτυπητού και εγχάρακτου. Με όποιο τρόπο κι αν δούλευαν το ασήμι, τα αποτελέσματα ήταν θαυμαστά. Στους Καλαρρύτες η αργυροχοΐα διακρίνεται σε δύο κατηγορίες, την εκκλησιαστική, που αφορά αντικείμενα και σκεύη λατρευτικής χρήσης, εκκλησιαστικά αναθήματα, επενδύσεις ευαγγελίων και εικόνων, σταυρούς, δισκοπότηρα, θυμιατήρια ή λειψανοθήκες και την κοσμική, που αφορά αντικείμενα όπως φλιτζάνια, κουτάλια, κύπελλα, δίσκους και κυρίως κοσμήματα. Τα κοσμήματα ήταν τα εξαρτήματα των ελληνικών παραδοσιακών ενδυμάτων, όπως ζώνες, πόρπες και περιλαίμια, σκουλαρίκια, καρφίτσες, δακτυλίδια και τεπελίκια, που προσαρμόζονταν στον γυναικείο κεφαλόδεσμο και ήταν κυρίως συρματερά ή χτυπητά.

Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και αντικείμενα όπως ταμπακιέρες, καπνοθήκες, παλάσκες αλλά και ο αντρικός οπλισμός, κουμπούρες, γιαταγάνια, καριοφίλια, πιστόλες, λαβές μαχαιριών και γιαταγανιών. Τον 18ο και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η τεράστιε εμπορική κίνηση που δημιουργήθηκε συνετέλεσε, μαζί με τις μετακινήσεις λόγω των ιστορικών γεγονότων, στην ανάπλαση και πολυμορφία της κατεργασίας του ασημιού, με επιρροές κυρίως από τα επτάνησα. Πολλοί χρυσοχόοι γίνονταν πλανόδιοι τεχνίτες, γνωστοί ως χρυσικοί, οι οποίοι εξάπλωσαν την τέχνη σε όλη τη βαλκανική, την Ιταλία, την Αυστρία, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Τα προϊόντα τους κυριάρχησαν σε ονομαστές αγορές της Δύσης, όπως τη Μασσαλία και τη Βιέννη, μέχρις ότου η βιομηχανική πλέον παραγωγή και οι νέοι άξονες του διεθνούς εμπορίου ανέτρεψαν τα παραδοσιακά κέντρα πρωτοβιομηχανικής παραγωγής.

Αργυροχόοι – Ασημιτζήδες - Χρυσικοί

Ο σπουδαιότερος και πιο ονομαστός χρυσοχόος ήταν ο Αθανάσιος Τσιμούρης ή Τζιμούρης. Γεννήθηκε στους Καλαρρύτες και το 1821 εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε το 1823. Ο πατέρας τους ήταν σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Ο Τσιμούρης ήταν αρχι-χρυσοχόος και δάσκαλος αργυροχοΐας στην αυλή του Αλή πασά. Σώθηκαν μόνο εκκλησιαστικά έργα του, 2 ευαγγέλια (το ένα βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο Καλαρρυτών και το άλλο, του 1772, μαζί με ένα σταυρό του 1797, στη Μητρόπολη Ιωαννίνων) και ένας ασημένιος πολυέλαιος. Έργα του επίσης έχουν επισημανθεί σε σταχώσεις ευαγγελίων στο Καπέσοβο, Άνω Σουδενά, Αγία Θεοδώρα Άρτας, Μητρόπολη Λέσβου, Κέρκυρα και Ζάκυνθο. Ο Γεώργιος Διαμαντής Μπάφας γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853. Εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο πριν από την καταστροφή των Καλαρρυτών το 1821. Είναι από τους σπουδαιότερους επώνυμους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής τέχνης. Ο πατέρας του Διαμαντής ήταν επίσης σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Συχνά στα έργα του ο Γεώργιος χρησιμοποιεί και τα δύο ονόματα Γεώργιος – Διαμαντής. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του και χρειάστηκε 13 χρόνια, από το 1816 μέχρι το 1829, για να κατασκευάσει την αργυρόγλυπτη λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, το ευαγγέλιο του 1820 και τη δεσποτική εικόνα. Επηρρεάστηκε από την ιταλική τέχνη και συμπεριέλαβε στοιχεία μπαρόκ στις δημιουργίες του. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως στη Χρυσοπηγή (Ευαγγέλιο του 1811), Λαγγαδά, Καταστάρι, Μαχαιράδο Ζακύνθου.

Σπουδαίος επίσης αργυροχόος ήταν ο Ποντίκης. Έργο του που σώζεται είναι η λειψανοθήκη στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων Ιωαννίνων. Ευαγγέλιο του αργυροχόου Τόλη Δασκάλου, ίσως του 1650, σώζεται στο χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων. Στη σφυρηλάτηση των μετάλλων ήταν μοναδικοί οι Δημήτριος και Νικόλαος Παπαγεωργίου, γιοι του Απόστολου Παπαγεωργίου, οι οποίοι κατασκεύαζαν μεγάλα αργυρά σκεύη, δίσκους και σινιά (ταψιά). Οι γιοι του Νικόλαου Παπαγεωργίου, Απόστολος και Γεώργιος, που κατέφυγαν με την οικογένεια Παπαμόσχου στην Κέρκυρα μετά το 1821, μετέφεραν την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστη εκεί. Ο Βασίλειος Παπαμόσχος, που διδάχθηκε την τέχνη από τον Αθανάσιο Τσιμούρη, διακρίθηκε στην τορνευτική του χρυσού, την οποία δίδαξε και στους γιούς του Σπυρίδωνα και Νικόλαο. Ο Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1820 στους Καλαρρύτες και πέθανε στην Κέρκυρα το 1882. Γνωστά έργα του είναι η εικόνα της «Ίασης του τυφλού» στον Άγιο Σπυρίδωνα και ο αργυρός πολυέλαιος του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Επίσης είναι γνωστό το χρυσό αγγείο που δωρίστηκε στη σύζυγο του τελευταίου Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων.

Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της οικογένειας Βούλγαρη, γνωστή σε όλους σήμερα ως Bulgari, η οποία μαζί με πολλές άλλες οικογένειες έφυγε από το χωριό το 1821. Η πρώτη τους εγκατάσταση έγινε στην Παραμυθιά, όπου έμειναν για πολλά χρόνια. Το 1874 ο Σωτήριος Βούλγαρης έφυγε για τη Ρώμη, όπου άνοιξε αργυροχρυσοχοείο με τον γιαννιώτη Π. Κρέμο. Λίγα χρόνια μετά οι δύο συνέταιροι διέλυσαν τη συνεργασία και άνοιξαν δύο πανομοιότυπα μαγαζιά. Η επιχείρηση του Bulgari προόδευσε και στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν πολλοί αργυροχόοι. Αντίστοιχη επιχείρηση στη Ρώμη έχουν από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και οι αδελφοί Νέσση. Ακολούθησαν τους ίδιους δρόμους και την ίδια πορεία με αυτή της οικογένειας Βούλγαρη. Στην αρχή ο Κωνσταντίνος Νέσσης εργάστηκε στο κατάστημα του συμπατριώτη του Σωτήρη Βούλγαρη και αργότερα με τα αδέρφια του άνοιξαν δική τους επιχείρηση, στην οποία μαθήτευσαν και άλλοι Καλαρρυτινοί ασημουργοί.

Η τέχνη της αργυροχοΐας αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης που συνεχίζει την παραγωγή έργων. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχουν πια εργαστήρια και τεχνίτες στο χωριό. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έχουν συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, την Άρτα, πόλεις της Θεσσαλίας και την Αθήνα, όπου και συνεχίσουν την παράδοση.

Κτηνοτροφία – Κτηνοτρόφοι

Το κύριο επάγγελμα του πληθυσμού στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων ήταν και είναι αυτό του κτηνοτρόφου. Οι Καλαρρύτες, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, είναι ιδεώδης περιοχή για νομαδική κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι μετακινούνται κάθε χρόνο από τους απέραντους ορεινούς θερινούς βοσκότοπους, στα χειμαδιά. Η συνεχής μετακίνηση επιβάλλει ειδικούς όρους διαβίωσης. Με τη νομαδική κτηνοτροφία αξιοποιούνται οι εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι της περιοχής των Καλαρρυτών. Στα χειμαδιά και τις παράκτιες περιοχές, τα φυλλώματα των θάμνων χρησιμεύουν ως τροφή των κοπαδιών, ενώ παρέχουν βοσκή ακόμη και οι ελώδεις εκτάσεις των πεδιάδων, κατά το όψιμο φθινόπωρο και την αρχή της άνοιξης.

Στα ορεινά βοσκοτόπια ανεβαίνουν τα κοπάδια από τα μέσα Μαΐου και κατεβαίνουν στα μέσα Οκτωβρίου. Μαζί με τα ποίμνια μετακινούνται οι ποιμένες και οι οικογένειές τους. Απαραίτητη , παλιότερα ήταν η χρήση αλόγων και ημίονων για τη μεταφορά της οικοσκευής, ξυλείας και σανού. Κατά τη διάρκεια της πορείας οι άνδρες οδηγούσαν και άρμεγαν τα ζώα. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν τάπητες σε φορητούς αργαλειούς και ενδύματα από μαλλί. Οι βοσκοί που έχουν ιδιόκτητη γή στα ορεινά, υλοτομούν και παρεμβαίνουν θετικά στο οικοσύστημα της περιοχής, φροντίζοντας την αναδάσωση. Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου συνδέεται και με την εμπορία των κτηνοτροφικών προϊόντων. Έτσι αναπτύχθηκε εμπορική δραστηριότητα μεταξύ Καλαρρυτών, Θεσσαλίας και Αμβρακικού κόλπου. Οι ποιμένες κέρδιζαν τα προς το ζην από τις πωλήσεις των προϊόντων τους (τυρί μυζήθρα, ανθότυρο, βούτυρο, όλα εξαιρετικής ποιότητας και γεύσης, με εξαγωγές και στο εξωτερικό). Στις μέρες μας ελάχιστοι είναι εκείνοι που ασχολούνται με την παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Σήμα κατατεθέν της κοινότητας Καλαρρυτών είναι το πρόβατο με την ονομασία μπούτσικο, που είναι Καλαρρυτινή ποικιλία, προστατευόμενη και επιδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα βόσκουν περίπου 15.000 αιγοπρόβατα και 1.000 βοοειδή στις περιοχές : Γκουρμουλιάσα, Στρούντζι, Κουρκούμπιτα, Νικούλιτσα, Κάλουτα, Καμάρα. Στη θέση Φουμάτα, πάνω από την Κηπίνα, οι σπηλιές χρησιμοποιούνται από τους κτηνοτρόφους.

Βιοτεχνία, Υφαντική, Βιοτέχνες ραφτάδες

Στους Καλαρρύτες το μαλλί χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη για την κατασκευή ειδών ρουχισμού. Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό όλα τα υφάσματα για τα καθημερινά ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα με ποικιλία χρωμάτων (κόκκινο, ώχρα, μπλε), που έβαφαν μόνες τους βουτώντας τα νήματα σε φυτικές βαφές, δημιοργημένες από ποικιλίες ντόπιων φυτών. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί από οικιακή κυρίως τέχνη σε βιοτεχνία και να γίνει η κοινότητα κέντρο παραγωγής μάλλινων ειδών ρουχισμού, υφασμάτων και ταπήτων (φλοκάτες). Κύρια όμως επαγγελματική απασχόληση έγινε η ύφανση του καλαρρυτινού μάλλινου υφάσματος για κάπες άσπρες και μαύρες. Μακριές για τους βοσκούς και αγρότες στην Αλβανία και Ελλάδα, κοντές για τους ναυτικούς και ψαράδες στην Αδριατική. Οι ράφτες κάπας που αποκαλούνταν καποτάδες ή καπάδες, συναγωνίστηκαν με μεγάλη επιτυχία τη συντεχνία των καποτάδων στα Ιωάννινα. Η παραγωγή και η διακίνηση του χοντρού μάλλινου υφάσματος έγινα ένας από τους σημαντικότερους λόγους επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας. Το εμπόριο του μάλλινου υφάσματος και της κάπας γρήγορα έγινε εξαγωγικό και απλώθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, την Ισπανία, Αυστρία, Αγκώνα, Βενετία και Τεργέστη αλλά και Ανατολικά, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Μόσχα και Οδησσό.

Χρυσοκεντητάδες - Τερζήδες

Οι χρυσοκεντητάδες των Καλαρρυτών, γνωστοί με το όνομα τερζήδες, άκμασαν χάρη στην ύπαρξη του εμπορίου παραδοσιακής φορεσιάς, στην εισαγωγή πρώτων υλών, στην ύπαρξη εξειδικευμένων τεχνιτών και αξιόλογων εργαστηρίων και βιοτεχνίας με παράδοση ολόκληρων αιώνων. Οι τερζήδες κεντούσαν τις περίφημες ενδυμασίες Ελλήνων και τουρκαλβανών με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία και υπομονή, χρησιμοποιώντας χρυσοκλωστές (τιρτίρια). Το αποτέλεσμα της δουλειάς τους έγινε αντικείμενο θαυμασμού σε όλη την Ήπειρο, με αποτέλεσμα να δέχονται πολλές παραγγελίες. Οι οικονομικές συνθήκες στην κοινότητα επέτρεψαν να αναπτυχθεί μια ανθούσα βιοτεχνία για δύο περίπου αιώνες.

Πραματευτάδες – Έμποροι

Ο τομέας όπου πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί ήταν το εμπόριο στο εσωτερικό της Ελλάδος αλλά και στο εξωτερικό. Οι πραματευτάδες ανέπτυξαν από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι την καταστροφή του χωριού στις αρχές του 19ου αιώνα, πολύ προσοδοφόρες επιχειρήσεις στις τοπικές και Ευρωπαϊκές αγορές. Όταν εγκαταστάθηκαν στια Γιάννενα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που τους δόθηκαν τους διευκόλυναν να έχουν δυναμική παρουσία στην αγορά και να παραγκωνίσουν τους Γιαννιώτες εμπόρους. Με τα κεφάλαια που συγκέντρωναν άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες πόλεις του εσωτερικού και εξωτερικού.

Πρώτο εμπορικό προϊόν ήταν το μάλλινο ύφασμα για κάπες, προϊόν γνώριμο για διακίνηση, αφού η βιοτεχνική παραγωγή γινόταν στη γενέτειρά τους και το εμπορευόταν αποκλειστική Καλαρρυτινοί έμποροι. Οι πρώτοι από αυτούς ήταν ο Γ. Δουρούτης στην Αγκώνα και ο Γ. Τουρτούρης στη Βενετία. Στα Ιωάννινα γνωστά ήταν τα καταστήματα των αδελφών Γεωργίου και Νικολάου Λάμπρου, Ιωάννη και Αποστόλου Παράσχη, Γεωργίου Τουρτούρη, ενώ αργότερα, μετά το 1815, των Δνμητρίου Δαμίρη, Νικολάου Σγούρου. Στο εξωτερικό άνοιξαν εμπορικούς οίκους σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, Αυστρίας ακόμη και της Ρωσίας και από αυτούς οι μεν πλούσιοι μετανάστευσαν τελικά στους τόπους εμπορίου, οι δε μικρομεσαίοι επέστρεφαν στην πατρίδα ως καταστηματάρχες. Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, οριστικής ή προσωρινής, έφερναν χρήματα και βιομηχανικά αγαθά στον τόπο τους, ανοικοδομούσαν τα σπίτια και ανέβαζαν το βιοτικό επίπεδο των οικογενειών τους. Γνωστοί έμποροι της εποχής ήταν ο Γεώργιος και Χριστόφορος Δουρούτης, με έδρες την Αγκώνα και την Τεργέστη, ο Δημήτριος Τουρτούρης στο Λιβόρνο και οι γιοι του Γεώργιος και Κωνσταντίνος στη Βενετία.Οι εμπορικές επιχειρήσεις που ανοίγονταν στο εξωτερικό ήταν κυρίως οικογενειακές και τις συγκροτούσαν αδέλφια και συντοπίτες.

Τα εμπορικά προϊόντα ήταν ποικίλα : ακατέργαστο δέρμα, σκουτί (χοντρό ύφασμα για ρούχα), βαμβάκι από τη Μακεδονία και Θεσσαλία, λαγοτόμαρα, κερί, πρινοκόκκι, βελανίδι, μετάξι από την Αγιά Βόλου κυρίως στη Νάπολη. Τα εισαγόμενα προϊόντα τους ήταν φέσια, κρεμέζια (κόκκινη φυσική χρωστική ουσία), βελούδινα υφάσματα, τιρτίρια (νήματα από χρυσό ή επιχρυσωμένο άργυρο για διακόσμηση στολών) καθώς και αποικιακά προϊόντα.

Κιρατζίδες – Αγωγιάτες

Για τη διεξαγωγή του διαμετακομιστικού εμπορίου αλλά και τη διακίνηση των ανθρώπων, αναπτύχθηκε από τον 18ο μέχρι και τον 20ο αιώνα, η τάξη των αγωγιατών, κατοίκων που διέθεταν ζώα για μεταφορές και δεν είχαν οικονομικά κεφάλαια. Στην αρχή συγχωνεύονταν σε ομάδες, τα γνωστά καραβάνια. Αργότερα αναλάμβαναν μόνοι τους τη μεταφορά. Ο αρχηγός έκανε την οικονομική συμφωνία και ήταν υπεύθυνος για την καλή διατήρηση και παράδοση του εμπορεύματος. Ως καλοί γνώστες των χερσαίων ηπειρωτικών οδικών αξόνων, μετέφεραν τα εμπορεύματα από τη Θεσσαλία ως τον Αμβρακικό κόλπο και από την Ήπειρο ως τα Βαλκάνια. Γνώριζαν τους εμπορικούς οίκους στο εξωτερικό, τα εμπορικά πανηγύρια και τα κέντρα των εμπορικών συναλλαγών. Όταν το εμπόριο ατόνησε και αναπτύχθηκαν νέοι οδικοί άξονες, οι αγωγιάτες εργάστηκαν στις τοπικές μεταφορές των κτηνοτρόφων στα βοσκοτόπια, στο τοπικό εμπόριο, τη μεταφορά ανθρώπων, οικοδομικών υλικών και τοπικών προϊόντων. Σήμερα οι μεταφορές αγαθών μέσα στον οικισμό εξακολουθούν να γίνονται με τα ζώα που διαθέτουν οι δύο τελευταίοι αγωγιάτες των Καλαρρυτών, Νικόλας Μπαϊκούσης και Κώστας Μπακαγιάννης.

Αγιογράφοι

Το 18ο αιώνα οι Καλαρρύτες έγιναν ένα μικρό καλλιτεχνικό κέντρο ζωγραφικής εκκλησιών με ιδιαίτερα λαϊκά στοιχεία. Πολλοί ονομαστοί αγιογράφοι άφησαν τα ονόματά τους σε αγιογραφήσεις τους σε μοναστήρια και εκκλησίες της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Από αυτούς μπορούμε να αναφέρουμε το γνωστό Δημήτριο Ζούκη, αγιογράφο και μουσικό. Το 1783 τοιχογράφησε το ναό του Αγίου Αθανασίου στην Καστανιά Καλαμπάκας και το 1974 το νάρθηκα της Μονής Υπαπαντής στα Μετέωρα. Φορητές εικόνες του υπάρχουν στη Μονή Αγίας Τριάδος, ενώ σώζεται και η εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο ναό Αγίου Αθανασίου Μονοδενδρίου στο Ζαγόρι. Γνωστός είναι και ο αγιογράφος Γεώργιος, ο οποίος με τον αδελφό του Στέργιο ιστόρησε το 1737 το παρεκκλήσι του Προδρόμου της Μονής Βύλιζας, κοντά στους Καλαρρύτες. Ο Γεώργιος φιλοτέχνησε το 1734 την εικόνα του Προδρόμου στους Λογάδες και το 1748 την εικόνα του Αγίου Νικολάου στη Ρεντίνα. Το 1761 ένας άλλος Στέργιος με τον αδελφό του Ιωάννη, ιστόρησαν το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων στην Καλαμπάκα.

Ενδυμασίες

Οι γυναικείες και ανδρικές καθημερινές φορεσιές χαρακτηρίζονται από τη λιτότητα των υφασμάτων και την απλότητα του διάκοσμου. Τα μόνα διακοσμητικά στοιχεία είναι τα κεντήματα της ποδιάς, του κεφαλόδεσμου και του σιγκουνιού, από νήματα που οι ονομαστοί τερζήδες των Καλαρρυτών κεντούσαν με γούστο και ιδιαίτερη τέχνη. Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά αποτελείται από μάλλινη φούστα ή αμάνικο φόρεμα με κέντημα στον ποδόγυρο, μάλλινη ποδιά υφασμένη στον αργαλειό, κοντή ζακέτα (μπολκάκι), μάλλινες κάλτσες και τσαρούχια. Η ηλικία καθόριζε το χρώμα της φούστας : κρεμεζί φιστόνι έμπαινε στον ποδόγυρο για τις νέες, ανοιχτό μπλε φιστόνι για τις μέσης ηλικίας και σκούρο μπλε με τελείωμα βελούδο για τις ηλικιωμένες. Η επίσημη ενδυμασία που φορούσαν οι γυναίκες σε γάμους και γιορτές αποτελείται από μακρύ σκουρόχρωμο φόρεμα μπροκάρ σε διάφορα χρώματα με μαύρο κέντημα, συγκούνι (σάρικα) το οποίο ανάλογα με την οικονομική κατάσταση είχε πλούσιο ή φτωχό κέντημα, μαύρη ποδιά κεντημένη με πολλά λουλούδια, ασημένια συρματερή ζώνη, λεπτές κεντημένες μάλλινες κάλτσες και λουστρίνι παπούτσι. Το κεφαλομάντηλο ήταν μαύρο, κεντημένο με κουκάκια (φουντίτσες από μεταξωτό νήμα) δεμένο με καρφοβέλονο ασημένιο ή χρυσό. Η ποδιά της νύφης την πρώτη μέρα του γάμου είναι από κρεπ σατέν και καταλήγει σε πλισέ, ενώ πάνω από αυτό ράβονται σε σειρές τρέσες από μεταξωτές δαντέλες.

Η ανδρική καθημερινή φορεσιά αποτελείται από μαύρο παντελόνι (μπουραζάνα), πουκάμισο από καρό ντρίλι, γιλέκο μάλλινο μαύρο, κούκο (καπέλο), σακάκι και τσαρούχια. Η επίσημη ανδρική αποτελείται από άσπρη μπουραζάνα, κεντημένο γιλέκο μαύρο ή μπλε σκούρο, πουκάμισο άσπρο βαμβακερό, σακάκι και κούκο. Στο λαιμό και στο στήθος περνούν διακοσμημένες ασημένιες αλυσίδες. Ο γαμπρός, καθώς και όλο το σόι του γαμπρού φορούν φουστανέλα μέχρι το γόνατο. Θα περίμενε κανείς ότι πάνω από τις στολές, τουλάχιστον τις γυναικείες, οι Καλαρρυτινοί θα φορούσαν καταπληκτικά κοσμήματα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν φορούσαν τίποτε περισσότερο από το απαραίτητο, αφού σύμφωνα με περιοριστικό έθιμο κατά της πολυτέλειας που είχε ισχύ απαράβατου νόμου, απαγορευόταν η χρήση κοσμημάτων και τα φορέματα των γυναικών περιορίζονταν σε συγκεκριμένα είδη υφάσματος, χωρίς χρυσά νήματα. (Leak, Pouqueville) Σήμερα, παραδοσιακές στολές βρίσκονται μόνο σε συλλόγους, ενώ αντίγραφά τους ή κάποια παλιά κομμάτια φορούν τα μέλη των χορευτικών συγκροτημάτων σε επίσημες εκδηλώσεις.


Πολιτιστικά

Μουσική

Η μουσική παράδοση υπόκειται στους κανόνες της Ηπειρώτικης μουσικής. Τα τέσσερα βασικά μουσικά όργανα είναι το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο και το ντέφι. Η μουσική, το τραγούδι και ο χορός, προσαρμόστηκαν και είναι άρρηκτα δεμένα με τον ορεινό χώρο και την επαγγελματική ιδιότητα. Οι χαρακτηριστικότεροι χοροί των Καλαρρυτινών είναι του Γιανκώστα ή ΓιάννηΚώστα, αργός και λεβέντικος χορός και ο Μπαλατσός, αργός στα τρία, ο οποίος χορεύεται κυρίως από άντρες που τραγουδούν όλοι στα βλάχικα ή στα ελληνικά. Στους γάμους το νιόπαντρο ζευγάρι χορεύει τον συγκαθιστό χορό «ένα δέντρο δυο κλωνάρια, χόρευαν δυο παλικάρια». Κύριο χαρακτηριστικό των τραγουδιών και των χορών είναι οι αργοί και μακρόσυρτοι ήχοι καθώς και οι αργοί και ποικίλοι βηματισμοί. Στα τραγούδια αρχίζουν οι γυναίκες και απαντούν οι άντρες.

Γιορτές, πανηγύρια, εκδηλώσεις

Οι γιορτές και τα πανηγύρια δίνουν την ευκαιρία στους Καλαρρυτινούς που ζουν μακριά (Θεσσαλία – Ιωάννινα – Αθήνα) να επισκεφθούν τον τόπο τους, να φροντίσουν τα σπίτι τους και να ανταμώσουν με τους συγχωριανούς τους. Από τότε που το χωριό αραιοκατοικείται, όπως άλλωστε και όλα τα χωριά της περιοχής, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οι γιορτές του Αγίου Νικολάου, των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Απόκρεω και ιδιαίτερα του Πάσχα, αποτελούν λόγους επιστροφής για να γιορτάσουν στο χωριό τους. Ειδικά το τριήμερε των Απόκρεω, ο γιαννιώτικος σύλλογος «Η Πίνδος» ετοιμάζει φαγοπότι μ χορό στην πλατεία την Κυριακή το βράδυ και για τη Σαρακοστή φασολάδα, που βράζει στη φωτιά που στήνεται στο κέντρο της πλατείας. Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας καίγεται ο Τέγος, ο καρνάβαλος του χωριού.

Το καλοκαίρι που το χωριό γεμίζει με κόσμο, γίνονται ξεχωριστά πανηγύρια με αφορμή τις θρησκευτικές γιορτές.

Της Ζωοδόχου Πηγής (την Παρασκευή μετά το Πάσχα) στην Κηπίνα. Το μοναστήρι γιορτάζει και μετά τη λειτουργία ακολουθεί πανηγύρι με παραδοσιακή μουσική. Συγκεντρώνονται πολλοί κάτοικοι από τα χωριά των Τζουμέρκων.

Της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου). Ο ναΐσκος βρίσκεται 6 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, σε μια σπηλιά σε υψόμετρο 1750 μέτρων. Μετά τη λειτουργία ακολουθεί γλέντι στην περιοχή Λιβάδι. Εκεί προσφέρεται από τους κτηνοτρόφους του χωριού ψητό αρνί, γιαούρτι και τυρί φέτα. Το βράδυ της ίδιας μέρας το πανηγύρι μεταφέρεται στην πλατεία του χωριού, όπου συνεχίζεται και την επόμενη μέρα με τη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα.

Κοίμηση της Θεοτόκου (15 Αυγούστου). Η λειτουργία γίνεται στο ναό του Αγίου Νικολάου. Το βράδυ στην κεντρική πλατεία γίνεται μεγάλο πανηγύρι, όπου συγκεντρώνονται κάτοικοι όμορων κοινοτήτων από όλα τα χωριά των Τζουμέρκων, αλλά και από τα Ιωάννινα, τη Θεσσαλία και την Αθήνα. Ο χορός κρατάει όλο το βράδυ. Την επομένη, στις 16 Αυγούστου γίνεται λειτουργία και αρτοκλασία στο εξωκκλήσι της Παναγίας και ακολουθεί για δεύτερη μ΄ρα το πανηγύρι στην κεντρική πλατεία. Κατά τη διάρκεια του πανηγυριού, αυτός που αναλαμβάνει να τελέσει τη λειτουργία, ο «εορτάζων», διακόπτει το πανηγύρι. Ο ίδιος στέκεται κρατώντας την εικόνα της Παναγίας και οι πανηγυρίζονται την προσκυνούν και παίρνουν από το μεγάλο δίσκο, βρασμένο σιτάρι διακοσμημένο με καρύδια.

Του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Στη γιορτή του Αγίου Νικολάου γίνεται λειτουργία στο ναό (εσπερινός, αρτοκλασία, λειτουργία).

«Αντάμωμα βλαχόφωνων κοινοτήτων της περιοχής». Κάθε χρόνο, τον Ιούλιο, ανταμώνουν οι κάτοικοι πέντε βλαχόφωνων χωριών της περιοχής (Καλαρρύτες, Συρράκο, Παλαιοχώρι, Βαθύπεδο και Ματσούκι). Το γλέντι με φαγοπότι, μουσική και τραγούδια γίνεται κάθε χρόνο εκ περιτροπής σε ένα από τα παραπάνω χωριά και διαρκεί 2 ημέρες. Συμμετέχουν οι κοινότητες και οι πολιτιστικοί σύλλογοί τους, με χορευτικά συγκροτήματα, παραδοσιακά δρώμενα και αναφορές στην ιστορία, τα ήθη και έθιμα των χωριών.

Αξιοθέατα

Οι δρόμοι που οδηγούν στους Καλαρρύτες καταλήγουν στα πέτρινα καλντερίμια και τα μονοπάτια που περνούν πάνω από τα 23 τοξωτά πέτρινα γεφυράκια, μας οδηγούν στην κεντρική πλατεία. Το χωριό είναι ιδιαίτερα καθαρό και οι άνθρωποι που συναντάμε εκεί, λιγοστοί βέβαια, μας υποδέχονται εγκάρδια. Οι Καλαρρυτινοί μιλούν τη βλάχικη και την Ελληνική γλώσσα. Είναι άνθρωποι κοινωνικοί, ανεξάρτητοι, φιλόξενοι και φιλικοί με τους επισκέπτες, αισιόδοξοι και πολύ εργατικοί. Διατηρούν με σεβασμό τις παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα του χωριού και αγαπούν ιδιαίτερα το χωριό τους και τη φύση γύρω από αυτό.

Περίπατοι στο χωριό

Ας αρχίσουμε κι εμείς τον περίπατό μας από την πανέμορφη πλατεία των Καλαρρυτών με τη συνεχή οικοδομική γραμμή. Το παλιό κοινοτικό γραφείο ξεχωρίζει με την ιδιαίτερα φροντισμένη αρχιτεκτονική του και την τριγωνική προεξοχή, σαν αέτωμα, πάνω από τον εξώστη, ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο που συναντούμε σε πολλά οικίματα. Στις απότομες βαθμίδες του τοίχου αντιστήριξης και κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια, ξεκουράζονται, ανταμώνουν και χορεύουν οι κάτοικοι και επισκέπτες του χωριού. Δίπλα βρίσκεται το παραδοσιακό σπίτι της Κατερίνας Μουσαφίρη, με είδη ξυλογλυπτικής και αργυροχοΐας, σύγχρονα και παλιά. Αν μας το επιτρέψουν καλό είναι να το επισκεφθούμε, για να δούμε τη διαρρύθμιση ενός αρχοντικού σπιτιού του τέλους του 19ου αιώνα. Στον όροφο (ανώγι) θα θαυμάσουμε την ξύλινη διακόσμηση στα χειμωνιάτικα και καλοκαιρινά δωμάτια και τις χρηστικές παρεμβάσεις που είχαν γίνει για την καλύτερη λειτουργία του σπιτιού, τις Ηπειρώτικες ξύλινες μεσάντρες και τα ντουλάπια.

Στην πλατεία θα δούμε επίσης και μια μαρμάρινη στήλη με ονόματα, που θυμίζουν όλους τους επώνυμους άνδρες που κατάγονται ή έζησαν στους Καλαρρύτες και οι οποίοι διέπρεψαν στα γράμματα και στο εμπόριο (18ος και 19ος αιώνας). Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρίας και πρωτεργάτες στην επανάσταση των Καλαρρυτών τον Ιούλιο του 1821. Από την πλατεία λοιπόν έχουμε τη δυνατότητα να περιδιαβούμε, ανάλογα με τη διάθεση και το χρόνο που διαθέτουμε, στην υπόλοιπη κοινότητα. Μπορούμε να επιλέξουμε δυο – τρεις διαδρομές, συνδυάζοντας την πεζοπορία και τη γνωριμία με το χώρο μέσα στις παρυφές της κοινότητας. Για να δούμε από κοντά τα διατηρητέα σπίτια του Ραφτάνη και Μπαϊκούση πρέπει να κατέβουμε το καλντερίμι κοντά στην είσοδο της πλατείας και στρίβουμε ακριβώς εκεί που βρισκόταν το σπίτι του Τουρτούρη, με εντοιχισμένη πλάκα, σήμερα σπίτι της οικογένειας Βογιάρου.

Η κατωφέρεια θα μας φέρει στα τρίπατα σπίτια του Ραφτάνη και του Μπαϊκούση, που δεν κάηκαν το 1821 επειδή εκεί είχαν οχυρωθεί οι Τουρκαλβανοί με τους Καλαρρυτινούς ομήρους. Σήμερα χαρακτηρίζονται ως έργα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και είναι διατηρητέα οικοδομήματα του οικισμού. Δίπλα υπάρχει ο νερόμυλος Ραφτάνη, ο οποίος βρίσκεται ακόμη σε χρήση. Στην απέναντι πλευρά βλέπουμε το δίπατο σπίτι του Μπαζάκη. Ανεβαίνοντας θα συναντήσουμε το αρχοντικό της οικογένειας Νέσση, με τις πέτρινες καμάρες στο ισόγειο, σπίτι που κουβαλά έντονα τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης. Επιστρέφοντας στην πλατεία, πιο πάνω και πίσω από το παλιό κοινοτικό γραφείο, θα ξεδιψάσουμε στις βρύσες του Νέσση με τις χαρακτηριστικές καμάρες.

Για μια πιο σύντομη περιήγηση μπορούμε να περπατήσουμε μέχρι το παλιό δημοτικό σχολείο, που βρίσκεται πίσω από την πλατεία. Το διδακτήριο είναι των αρχών του 20ου αιώνα και αφού έπαψε να λειτουργεί ως σχολείο το 1981, ανακηρύχθηκε διατηρητέο οικοδόμημα και σύντομα θα μετατραπεί σε μουσείο ιστορίας και λαογραφίας των Καλαρρυτών. Από εκεί θα έχουμε μια γενική άποψη του οικισμού και του περιβάλλοντος χώρου.

Μια μεγάλη βόλτα είναι αυτή που θα ξεκινήσουμε από την πλατεία και θα περιηγηθούμε όλο τον οικισμό. Ξεκινούμε από το καλντερίμι στα δεξιά μας, δίπλα στη μαρμάρινη πλάκα με τους φιλικούς, εκεί όπου υπάρχει σήμανση που μας οδηγεί στο Ναό του Αγίου Νικολάου. Στο δρόμο μας συναντούμε τα χαλάσματα του σπιτιού της οικογένειας Βούλγαρη, δίπλα σχεδόν στη βρύση Φύτρου και απέναντι τον τόπο όπου είχαν το εργαστήρι τους, τώρα σπίτι των κληρονόμων της οικογένειας Αποστόλου Φασούλα. Φθάνοντας στον Άγιο Νικόλαο (1480), μας εντυπωσιάζει το ύψος και το χρώμα του ψηλού τρούλου, η κατασκευή της μεγάλης τρίκλιτης βασιλικής, οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες και η παλιά καμπάνα. Από εκεί απολαμβάνουμε τη θέα προς τα βουνά των Τζουμέρκων, μέχρι το χωριό Πράμαντα και την Πουλιάνα. Στον περίβολο θα δούμε αφιερωματικές στήλες για τους Καλαρρυτινούς που αγωνίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους στους Βαλκανικούς πολέμους. Φεύγοντας από το προαύλιο της εκκλησίας στρίβουμε δεξιά και ανεβαίνουμε από το καλντερίμι προς την εκκλησία της Αγίας Τριάδας και τη βρύση Τσόρα, που βρίσκεται στις παρυφές του οικισμού. Περπατώντας στο νεο-κατασκευασμένο καλντερίμι φθάνουμε στο σημείο όπου στρίβοντας αριστερά κατεβαίνουμε στην πλατεία. Προτιμήστε να συνεχίσετε για να φθάσετε μετά από λίγο, περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια και μέσα στη φύση, στη βρύση του Παράσχη. Δίπλα της βρισκόταν το σπίτι των εμπόρων της οικογένειας Παράσχη, με το φρουριακό περιτείχισμα, σήμερα γνωστό ως διατηρητέο οίκημα Κασαρία Φασούλα. Το σπίτι σύντομα θα αναπαλαιωθεί.