Προτεινόμενοι Σύνδεσμοι:    greece   -   greece hotels   -   ειδησεις   -   greece news   -   ταβλι στο internet   -   livescore   -   νέα
 easypedia

Easypedia.gr
Ελλάδα
Αρχαία Ελλάδα
Ελληνες
Πρωθυπουργοί
Οικονομία
Γεωγραφία
Ιστορία
Γλώσσα
Πληθυσμός
Μυθολογία
Πολιτισμός & Τέχνες
Ζωγραφική
Θέατρο
Κινηματογράφος
Λογοτεχνία
Μουσική
Αρχιτεκτονική
Γλυπτική
Αθλητισμός
Μυθολογία
Θρησκεία
Θετικές & Φυσικές Επιστήμες
Ανθρωπολογία
Αστρονομία
Βιολογία
Γεωλογία
Επιστήμη υπολογιστών
Μαθηματικά
Τεχνολογία
Φυσική
Χημεία
Ιατρική
Φιλοσοφία & Κοινωνικ. Επιστήμες
Αρχαιολογία
Γλωσσολογία
Οικονομικά
Φιλοσοφία
Ψυχολογία
Γεωγραφία
Ασία
Αφρική
Ευρώπη
Πόλεις
Χώρες
Θάλασσες
Ιστορία
Ελληνική Ιστορία
Αρχαία Ιστορία
Βυζάντιο
Ευρωπαϊκή Ιστορία
Πόλεμοι
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Σύγχρονη Ιστορία
 

Ιφιγένεια (επτανησιακό θέατρο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η «Ιφιγένεια» του Πέτρου Κατσαΐτη είναι πιθανώς το πρώτο και πλέον αντιπροσωπευτικό έργο, με το οποίο η Commedia dell' arte κάνει εμφανή την παρουσία της στο επτανησιακό θέατρο[1] και ακολουθεί πιστά, ως ένα σημείο, το ομώνυμο ιταλικό πρότυπο του Λοντοβίκο Ντόλτσε.

Πίνακας περιεχομένων

Το έργο

Είναι ένα έργο με 3.858 ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους, με πέντε πράξεις -πιθανή επίδραση της commedia erudita- έναν πρόλογο, όπως και ένα σύντομο επίλογο. Οι εξαρτήσεις από την κρητική δραματουργία είναι τόσο γλωσσικές όσο και φραστικές, όσο και σε σχέση με τη δραματική τεχνοτροπία και τη σκηνική οικονομία[2]. Η υπόθεση ακολουθεί τον μύθο της θυσίας της κόρης Ιφιγένειας, αλλά στην εξέλιξη του δράματος πολλά σημεία συμμορφώνονται -όπως προαναφέρθηκε- με τη χριστιανική διάθεση και παιδεία του συγγραφέα. Τα χορικά και τα ιντερμέδια απουσιάζουν από το έργο, καθώς την εποχή που διαμορφώθηκε το συγκεκριμένο δράμα, τα ιντερμέδια ανεξαρτητοποιήθηκαν ως είδος και ακολούθησαν μια αυτόνομη εξέλιξη[3]. Η παρατήρηση των τριών κωμικών σκηνών κατά το τέλος του έργου, μαρτυρούν την ύπαρξη της κωμωδίας στο έργο του Κατσαΐτη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σπ. Ευαγγελάτος, «το έργο διανύει ένας υπολανθάνων τόνος κωμωδίας», κάτι που θεωρήθηκε από μια άποψη τεχνική αδυναμία του συγγραφέα, ενώ από μια άλλη ως τεχνοτροπία ή τρόπος έκφρασής του. Οι γνώσεις του γύρω από την κρητική δραματουργία αλλά και το κοινωνικό του περιβάλλον αποτέλεσαν κατάλληλο έδαφος για να μπορέσει να αυτοσχεδιάσει και να αποκτήσει προσωπικό ύφος στη θεατρική τέχνη[4]. Παράλληλα γίνεται χρήση χαρακτήρων όπως ο κακοπεθερός, το παλιοθήλυκο, που χαρακτηρίζονται μια «λαϊκίζουσα» ηθικολογία και διδαχή[5]. Τούτη η διδαχή προβάλλει με τη σειρά της την κοινωνική όψη της εποχής, που θα μπορούσε να αποτελεί εικόνα μιας μικροαστικής οικογένειας και όχι τους ήρωες μιας κλασικής τραγωδίας που θέλει τους χαρακτήρες ακέραιους και ενίοτε υπερανθρώπινους. Τα νοήματα που θέλησε να περάσει ο συγγραφέας στο κοινό που τον παρακολουθούσε, προφανώς κινούνταν στο επίπεδο της χριστιανικής διδαχής και των αναγνωσμάτων που προσφέρουν απλά ηθικά διδάγματα μέσα από την καθημερινότητα.

Συγκρίσεις και ιδιοτυπίες

Οι δραματουργικές μετριότητες του Κατσαΐτη σε σχέση με την κρητική δραματουργία είναι δυνατόν να εντοπιστούν, καθώς η χρήση τεράστιων ρήσεων προβάλλει αδεξιότητα στην καταγραφή απόψεων και πιθανώς εκφραστική αδυναμία του συγγραφέα[6]. Η απομυθοποίηση ωστόσο του Τρωικού πολύμου, η διαμόρφωση των άγριων εγκλημάτων σε μια φόρμα λαϊκής εγκληματολογίας, μπορούν να ιδωθούν ως μια αρκετά εκμοντερνισμένη παρουσίαση τραγωδίας[7]. Από την άλλη πλευρά το έργο του αποτελεί ιδιαίτερο παράδειγμα της επτανησιακής δραματογραφίας του 18ου αι. και διαθέτει αρκετά λαϊκά διδακτικά στοιχεία, στοιχεία από την commedia del' arte, αλλά και του εγχώριου λαϊκού θεάτρου των «ομιλιών», που μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής. Κρίνει την εποχή και την κοινωνία που βιώνει, για αυτό και στο πρόσωπο του Αγαμέμνωνα, ίσως να έβλεπε κάποιον τοπικό άρχοντα της εποχής του ή στον Σκαπίνο, το βοηθό του Αχιλλέα, τον αρλεκίνο της commedia dell’ arte ή κάποιον υπηρέτη σε ταβέρνα της εποχής[8]. Μαζί με τη θεατρική φόρμα, ο συγγραφέας παρουσιάζει με πρωτοποριακό τρόπο την άποψή του για την πολιτιστική και ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Μέσα από το συγκεκριμένο έργο και τους θεατρικούς πειραματισμούς του, αναζητά να αναδείξει τη σύνδεση μεταξύ του αρχαίου και του νέου ελληνικού πολιτισμού[9].

Σύγχρονη κριτική

Σύμφωνα με την κριτική του Κ. Γεωργουσόπουλου για την Ιφιγένεια του Κατσαΐτη, σε σχέση με τη μεταφορά του έργου από τον Σπ. Ευαγγελάτο είναι: «Ένα φιλολογικό κείμενο με έκδηλα τα σημάδια της εποχής του. Φλυαρία, αφέλεια, σκηνική ακαμψία, αισθητική ανισορροπία από τη μία και από την άλλη δροσιά, γλωσσική ευφράδεια, λαϊκή αυθορμησία, χειμαρρώδες μειχτό ύφος, ευτραπελία, ευθυβολία και αφοπλιστική αυθάδεια»[10].

Σημειώσεις παραπομπές

  1. Γραμματάς Θ., 1987, 29.
  2. Πούχνερ Β. 1984, 188
  3. Πούχνερ Β. 1984, 189
  4. Κατσαΐτης Π. 1995, 42.
  5. Πούχνερ Β. 2002, 198.
  6. Κατσαΐτης Π. 1995, 41.
  7. Πούχνερ Β. 2002, 200.
  8. Κατσαΐτης Π. 1995, 42.
  9. Κατσαΐτης Π. 1995, 41.
  10. Κατσαΐτης Π. 1995, 191.

Βιβλιογραφία

  • Γραμματάς Θ. 1987, «Η παρουσία της commedia dell’arte στο επτανησιακό θέατρο του ΙΗ’ αιώνα» στο Νεοελληνικό θέατρο Ιστορία-Δραματουργία, Κουλτούρα, Αθήνα.
  • Κατσαΐτης Π. 1995, Ιφιγένεια [Εν Ληξουρίω], επιμ. Σπ. Ευαγγελάτος, Εστία, Αθήνα.
  • Πούχνερ, Β. 1984, «Ο Πέτρος Κατσαΐτης και το κρητικό θέατρο στο Ευρωπαϊκή Θεατρολογία: Ένδεκα Μελετήματα, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα.
  • Πούχνερ B. 2002, Νεοελληνικό θέατρο (1600-1940)- Κινηματογράφος, τόμ. Α', ΕΑΠ, Πάτρα.